Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Γράφει ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


Ο παράδεισος του αναγνώστη, 
η κόλαση
του συγγραφέα

Νίκος Βλαντής, Λήθη, εκδ. Κέδρος, Απρίλιος 2008, σελ. 245





«Ο Κοσλόβσκι», πρωταγωνιστής πολλών ιστοριών του Γερμανού συγγραφέα Μίχαελ Άουγκουστιν, «ορκιζόταν σε θεούς και δαίμονες ότι προ ετών είχε συναντηθεί αυτοπροσώπως με τον Χάκμπερυ Φιν. “Μα αυτός δεν είναι παρά μια λογοτεχνική περσόνα”, διαμαρτυρήθηκε κάποιος. “Κι εγώ παρομοίως”, είπε ο Κοσλόβσκι». Έναν τέτοιο χώρο, όπου παρόμοιες συναντήσεις είναι δυνατές, επιχειρεί να φανταστεί ο Νίκος Βλαντής στο πιο πρόσφατο βιβλίο του, τη Λήθη (εκδ. Κέδρος). Έναν χώρο στον οποίο οι ήρωες των βιβλίων που έχουμε διαβάσει συνεχίζουν να ζουν και να συναντιούνται μεταξύ τους πολύ καιρό αφότου εμείς έχουμε κλείσει τα βιβλία που αφηγούνται τις ιστορίες τους.

Ο ήρωας και αφηγητής της Λήθης είναι συγγραφέας και βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη συμμετέχοντας στη διεθνή έκθεση βιβλίου· τη νύχτα όμως, ενώ κοιμάται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, δέχεται ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο του επίσης συγγραφέα ο οποίος του ζητάει να συναντηθούν εκείνη τη στιγμή. Ο αφηγητής κατεβαίνει, λοιπόν, στον δρόμο απ’ όπου τον παραλαμβάνει ένα μυστηριώδες λεωφορείο και μισοϋπνωτισμένον, μετά από μια μακριά διαδρομή, τον μεταφέρει στη λίθινη πολιτεία όπου ζουν όλοι οι μυθιστορηματικοί ήρωες των αιώνων. Εκεί συναντιέται με τον πατέρα Καραμάζοφ και τον Χένρι Τσινάσκι (τον ήρωα του Μπουκόφσκι), καθώς και με δεκάδες ακόμη λογοτεχνικές περσόνες που καταφέρνει να αναγνωρίσει.

Θα μπορούσε να είναι ο παράδεισος του αναγνώστη, πολύ σύντομα όμως ο αφηγητής αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για την κόλαση του συγγραφέα. «Η απατηλή υποψία που μου είχε γεννηθεί όταν έγραφα, μεμιάς έγινε βεβαιότητα», θα πει αργότερα. «Περιγράφοντας την πόλη και τους κατοίκους τούς έδινα υπόσταση, τους καθιστούσα υπαρκτούς. Τους εμφυσούσα ζωή και εξασφάλιζα το ευ ζην τους. Με αντάλλαγμα τον εαυτό μου. Με είχαν ανάγκη, τους ήταν σημαντικό να συντηρούν συγγραφείς που θα αφηγούνταν τα κατορθώματά τους.»

Οι μυθιστορηματικοί ήρωες, λοιπόν, στη λίθινη πολιτεία όπου ζουν, έχουν ανάγκη τον συγγραφέα για να συνεχίσουν να υφίστανται. Αν κανείς δεν συνεχίσει να επινοεί αφηγήσεις γι’ αυτούς, είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν κι αν κανείς δεν τους αναγνωρίζει γιατί δεν ξέρει ή δεν θυμάται τις ιστορίες τους, χάνουν τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους και μετατρέπονται σε άμορφες μάζες σάρκας. Το τίμημα για τον συγγραφέα που θα βρεθεί εκεί (όπως και για όσους έχουν προηγηθεί) είναι ότι παραμένει έγκλειστος σ’ ένα μυθιστοριοτροφείο υποχρεωμένος να γράφει διαρκώς ιστορίες με ήρωες τους δεσμοφύλακές του και όσο γράφει γι’ αυτούς τόσο χάνει τις δικές του αναμνήσεις και ξεχνάει τελικά ποιος είναι κι από πού έχει έρθει. Πρέπει λοιπόν με κάποιον τρόπο να δραπετεύσει.

Το βιβλίο θα μπορούσε να είναι μια μεταφορά της ανάγνωσης, εκείνης της όψης της δηλαδή κατά την οποία ο αναγνώστης χάνεται στις σελίδες των βιβλίων που διαβάζει και αρχίζει να παίρνει για πραγματικά τα φανταστικά περιστατικά της λογοτεχνίας – όπως περίπου συνέβη στον Δον Κιχώτη, ο οποίος διαβάζοντας μανιωδώς ιπποτικά μυθιστορήματα ξέχασε τον εαυτό του και μετατράπηκε και ο ίδιος σε ήρωα ενός τέτοιου έργου. Θα μπορούσε επίσης να είναι μια μεταφορά της συγγραφής, εκείνης της πλευράς της, τουλάχιστον, κατά την οποία ο συγγραφέας χώνεται τόσο βαθιά στην ιστορία που ο ίδιος επινοεί ώστε παίρνει τους ήρωές του για πραγματικούς και σιγά-σιγά υποτάσσεται στη θέλησή τους – όπως περίπου συμβαίνει στη φανταστική συγγραφέα Ελίζαμπεθ Κοστέλο η οποία, στο βιβλίο του Τζ. Μ. Κούτσι Ένας αργός άνθρωπος, μετακομίζει τελικά στο σπίτι του ήρωά της και συγκατοικεί μαζί του.

Η Λήθη όμως του Νίκου Βλαντή, όπως και το προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα, το Writersland, είναι κυρίως ένα μυθιστόρημα του φανταστικού, γεγονός που την προφυλάσσει από την υπερβολική φιλοσοφική και φιλολογική φλυαρία και επιτρέπει στην ιστορία, σ’ ένα πρώτο τουλάχιστον επίπεδο, να αναπτυχθεί αυτόνομα και να λειτουργήσει στο μυαλό του αναγνώστη χάριν της απόλαυσης και χωρίς να υπάρχει ανάγκη εύρεσης συμβολισμών και μεταφορικών νοημάτων. Αυτό που θα ξενίσει ή θα προβληματίσει, ίσως, κάποιους αναγνώστες είναι η σχετική ασάφεια της εξήγησης που δίνεται σε όσα έζησε ο ήρωας του έργου και η μεταφυσική κατεύθυνση που παίρνει αυτή. Η σύγχυση, ωστόσο, μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού και το παιχνίδι ανάμεσα στο φυσικό και στο μεταφυσικό, ανάμεσα στην αίσθηση και στην ψευδαίσθηση, είναι ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας του φανταστικού και ένα από τα κύρια στοιχεία της γοητείας της. Και – σε τελική ανάλυση – το πέρασμα από το πραγματικό στο φανταστικό και πάλι πίσω είναι μια εμπειρία με την οποία κάθε αναγνώστης είναι εξοικειωμένος και την οποία ο Νίκος Βλαντής την περιγράφει εξαιρετικά.



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου