Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Ο ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ γράφει για τον RICHARD JEFFERIES



 

[Το Επίμετρο στο θαυμάσιο, λίαν επίκαιρο βιβλίο Η Ιστορία της Καρδιάς μου, του Richard Jefferies, σε δική μου μετάφραση, εκδ. Printa]

 

 

Richard Jefferies

Πόσο απέραντα πιο βαθιά είναι η σκέψη από τα εκατομμύρια μίλια του στερεώματος! Το θαύμα είναι εδώ, κι όχι εκεί~ τώρα, κι όχι στο μέλλον, παντοτινά τώρα. Πράγματα που λανθασμένα τα λένε υπερφυσικά, εμένα μου φαίνονται απλά, πιο φυσικά κι από την ίδια τη φύση, από τη γη, από τη θάλασσα, από τον ήλιο [Richard Jefferies]

Δεν είναι ν’ απορείς που ο Henry Miller, ο πολύς, μίλησε με ενθουσιασμό αχαλίνωτο για τούτο τον συγγραφέα που τραγούδησε τη Φύση και έψαλλε την ελευθερία – μιαν ελευθερία απελευθερωμένη από το όποιο ιδεολογικό ή πολιτικό άχθος. Από μικρός ο έξοχος αυτός άνθρωπος και συγγραφέας –και εδώ αρμόζει μια χαρά να ανανεώσουμε αυτήν την παλιοκαιρισμένη έκφραση– αναζήτησε το νόημα της ζωής στην περιπέτεια και στον στοχασμό~ ας επιμείνω: στην περιπέτεια του στοχασμού και στον στοχασμό της περιπέτειας. Αλλόκοτος αυτός ο νεαρός, έλεγαν οι γείτονες. Και πράγματι, τι άλλο θα μπορούσαν να πουν για έναν ατημέλητο περιπατητή που είχε παρατήσει το σχολείο στα δεκαπέντε του, που μολοντούτο καταβρόχθιζε μετά μανίας τόμους και τόμους, ανάμεσα στους οποίους η Οδύσσεια, ο Δον Κιχώτης, και τα αφηγήματα του James Fenimore Cooper (ποιος δεν έχει ενθουσιαστεί ταξιδεύοντας μέσα από τις σελίδες του Τελευταίου των Μοϊκανών, του Ανιχνευτή;), που άφηνε τα μαλλιά του μακριά και ατημέλητα και περιπλανιόταν ανάμεσα στα δέντρα του δάσους και στα αγριολούλουδα –ένας απίστευτος προπομπός των χίππηδων! – , και που πάντα ξεσήκωνε έντονες υποψίες καθώς κυκλοφορούσε  μονίμως μ’ ένα πιστόλι, καίτοι ανήμπορος να βλάψει έστω και μυρμήγκι.

Αλλόκοτος, λοιπόν. Και ίσως να είναι αλήθεια, ίσως να παραμένουν για τους άλλους αλλόκοτοι όλοι εκείνοι που δεν έστερξαν ποτέ να ενταχθούν στην όποια κατηγορία, όλοι εκείνοι που δεν τους ταίριαζε καμία ταξινόμηση, όλοι εκείνοι που, όπως και ο Henry Miller άλλωστε, δεν επέτρεψαν στον εαυτό τους παρά μονάχα να ζήσει μια ζωή πλήρη εντέλει, ως έλεγε κι ο Οδυσσέας Ελύτης, για μια ζωή άνευ ορίων άνευ όρων, καθώς το ήθελε ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

Ο John Richard Jefferies γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου του 1848 και άφησε την τελευταία του πνοή μόλις τέσσερις δεκαετίες αργότερα, στις 14 Αυγούστου του 1887. Η ζωή του ήταν ουσιαστικά μια ιχνηλασία της φύσης και των σχέσεών μας με αυτήν. Η παιδική του ηλικία στην ύπαιθρο στάθηκε η πηγή της έμπνευσής του, και οι προσπάθειές του να ερευνήσει τις πτυχές της σύντομης βόλτας μας πάνω σε τούτο τον πλανήτη ήταν ο κεντρικός σκοπός του. Ο σχεδόν αναρχικός τρόπος γραφής του, η έγνοια του να απλώσει στη σελίδα όλα όσα σκέφτεται, και νιώθει μαζί, κάπως ανάκατα, με ένα είδος ταυτοχρονίας, κάνει την πρόζα του να πάλλεται, να μένει σφριγηλή ύστερα από τόσες και τόσες δεκαετίες, να κερδίζει το στοίχημα με τον χρόνο, και να κατακτά με άνεση ολοένα και πιο πολλούς νέους αναγνώστες.

Θαρρώ ότι ο Jefferies και ο Henry David Thoreau (1817 – 1862) θα κεντρίζουν ολοένα και περισσότερο το ενδιαφέρον μας, τόσο λόγω της καίριας και αιχμηρής θεματολογίας τους όσο και λόγω του λίαν ζωντανού τρόπου έκθεσης των σκέψεών και των συναισθημάτων τους. Ο Jefferies, έγραψε ένας από τους μελετητές του, μας κάνει να δούμε με καθαρό βλέμμα, έκπληκτοι, όλα όσα ήσαν ήδη μπροστά στα μάτια μας, μας προσφέρει απλόχερα τη δυνατότητα να σκεφτούμε με φρεσκάδα τα ήδη αυτονόητα, συμβάλλει στο να ψαύσουμε και να μυρίσουμε και να γευτούμε και ν’ ακούσουμε και να δούμε όλα όσα είναι παρόντα για μας ως δώρα και δεν στέργουμε να τα εκτιμήσουμε. Πάνω απ’ όλα, ο στοχαστής αυτός, ο υπέροχα αυτοσχέδιος, με τα απλά του λόγια, μας στρέφει στον ίδιο μας τον εαυτό, και μας καλεί ακριβώς να τον δούμε σαν δώρο βαρύτιμο. Με άλλον τρόπο από εκείνον του Max Stirner (1806 – 1856), ο Jefferies εκθειάζει το εγώ, γλεντάει τις όμορφες στιγμές που μπορούμε να απολαύσουμε με ελάχιστες προσπάθειες, γιορτάζει τους τρόπος με τους οποίους καταφέρνει ο άνθρωπος να μην είναι λάφυρο του χρόνου.

Αξίζει, κλείνοντας, να αφηγηθώ τηλεγραφικά μια μικρή, μα τόσο διδακτική για τη διαλεκτική του ζην και για το «επιτήδευμα της ζωής», κατά τον ποιητή Cesare Pavese (1908 –1950), ιστορία από την εφηβεία του Jefferies: αυτός, γύρω στα δεκαέξι του, τον Νοέμβριο του 1864, και ο James Cox, ένας θαρραλέος εξάδελφός του, ξεκίνησαν για ένα ταξίδι αλαργινό. Ήθελαν, λέει, να πάνε στη Γαλλία και από εκεί να φτάσουν, οδοιπορώντας (!), στη Ρωσία για να βρουν την τύχη τους. Στα μισά του ταξιδιού, διαπίστωσαν ότι οι γνώσεις της γαλλικής τους είναι ανεπαρκέστατες, κι έτσι αποφάσισαν να επιστρέψουν. Μια φαεινή ιδέα κυρίευσε το νου τους, καθώς επέστρεφαν: να κινήσουν για την Αμερική. Βρήκαν ένα πλοίο που απέπλεε από το Λίβερπουλ. Προμηθεύτηκαν φτηνά εισιτήρια. Αλλά αυτά δεν εξασφάλιζαν και το κόστος του φαγητού στη διάρκεια του πολυήμερου ταξιδιού. Προσπάθησαν να βάλουν ενέχυρο τα ρολόγια τους, κάποιοι αστυνομικοί τούς υποψιάστηκαν για παράνομους, τους συνέλαβαν, τους υποχρέωσαν να γυρίσουν στο μέρος τους. Άσβεστη, μολαταύτα, παρέμεινε η δίψα τους, ιδίως του Jefferies για περιπέτεια, μια δίψα που εκφράστηκε με τον χυμώδη λόγο του στα βιβλία και στα άλλα του γραπτά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου