Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Διαβάζω/Ζενερίκ/Μάρτιος

[Η μόνιμη στήλη μου στο περιοδικό "Διαβάζω". Μήνας Μάρτιος]

Το στηθοσκόπιο του Λένον


Στα άνω ύδατα κάνει βουτιά ένα νέο παιδί προς άγραν ιχθύος
ΝΓΠ


Ποτέ δεν θα ξεχάσω τον συγκλονισμό (ναι, περί αυτού επρόκειτο, περί συγκλονισμού),  που νιώσαμε όταν, σε μετεφηβικήν ηλικία, πιτσιρικάδες δηλαδή, μειράκια σα να λέμε, ο φίλος μου ο Γιάννης Τζώρτζης κι εγώ, πήραμε να διαβάσουμε Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Έχει σημασία το ότι ήμασταν λίαν ανήσυχοι, έως και εξεγερμένοι, για όσους μας θυμούνται, νέοι τότε, και το δίχως άλλο δεν ήταν αναμενόμενο ανάγνωσμα ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, αίφνης. Ο Τζώρτζης, μάλιστα, υπερενθουσιασμένος, δημοσίευσε και ένα κείμενο στο Ντέφι, το περιοδικό του αείμνηστου Τάσου Φαληρέα, και εγκωμίαζε το άξιο τόσων και τόσων εγκωμίων αφήγημα του ΝΓΠ, και τον ίδιο τον δημιουργό τον αποκαλούσε «πελώρια πανίσχυρη λοκομοτίβα», ή κάτι τέτοιο.
            Θυμήθηκα τον συγκλονισμό, και την εποχή εκείνη τη γεμάτη αναζητήσεις, καθώς διάβαζα αυτές τις μέρες το βιβλίο του Σάββα Μιχαήλ Γκόλεμ ή περί υποκειμένου και άλλων φαντασμάτων (εκδ. Άγρα). Ανάμεσα στα πάντα πλούσια σε ιδέες ρυθμικότατα (μου φέρνουν στο νου την τρομερή φράση του τρομερού Μισέλ Ουελμπέκ για τον τρομερό Πασκάλ: το αδιάπτωτο ροκ εντ ρολ των Σκέψεων) δοκίμια του Μιχαήλ, υπάρχουν και δύο για το έργο του Δάσκαλου Δημιουργού: «Esponja Gloriosa ή Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης 20.000 υπό την θάλασσα» (σσ. 247-268) και «Μια βουτιά στα άνω ύδατα ή Τα βάσανα ανθρώπου από άνθρωπο» (σσ. 269-283). Ακόμα κι αν δεν έχεις διαβάσει ΝΓΠ, τα δύο αυτά κείμενα σε ωθούν να το κάνεις πάραυτα, να πέσεις με τα μούτρα στο Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης και στην Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής (τι τίτλος!), να χωθείς στις σελίδες και να χαθείς στον στρόβιλο των συνειρμών του Δάσκαλου Δημιουργού, να επιχειρήσεις το άνοιγμα στο αίνιγμα, όπως τόσες και τόσες φορές έχουμε πει – σκακιέρα και λαβύρινθος μαζί το έργο του Πεντζίκη. Και ο Σάββας Μιχαήλ πιάνει το νήμα, όχι, αδράχνει τα νήματα, πολλά νήματα, του πολύπτυχου ποιήματος που είναι η στάση του ΝΓΠ απέναντι στη ζωή και στη λογοτεχνία. Και μας ταξιδεύει, μαζί του.
            Κι αυτά, ενώ το βλέμμα μου δεν καταφέρνει να ξεκόψει από μια φωτογραφία που διαβολεμένα με ωθεί να συσχετίσω πάλι Πύντσον και Πεντζίκη, να παίξω πάλι το παιχνίδι των προβολών, μια περιπέτεια που, ξανά και ξανά, μας πηγαίνει από τον έναν ποιητή στον άλλον, από τον ένα πεζογράφο στον άλλο – είμαι «παιζω-γράφος» έλεγεν ο Πεντζίκης – από το ένα ρεύμα στο άλλο. Η διαλεκτική των διαθέσεων. Και η φωτογραφία για την οποία μιλώ: ο Τζον Λένον με στολή λοχία, με μπερέ, με μαύρα γυαλιά, μπροστά από ενός Φολκσβάγκεν τη μουσούδα, γονατίζει λίαν σκεφτικός, και με ένα στηθοσκόπιο ακούει τη χλόη να βλασταίνει ανάμεσα στους λιθόστρωτους κήπους του Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ. Πίσω από τούτη τη θαυμαστή φωτογραφία, απλώνεται ένας θησαυρός, η χλόη που αφουγκράζεται ο Λένον, «Εδώ που οι δρόμοι είναι παλιοί/ Αλλά η πόλη μάς καλεί/ Για να εφευρεθεί ξανά/ Μέσα από στάχτη και φωτιά/ Τούτο το αλωνάκι», ή «Σε ράγες πάνω η πόλη μας κοιμάται ηλεκτρικές», καθώς επίσης «Να παίξουμε γραφή και φαντασία/ Στην ένδον, την κρυφή, γεωγραφία», αλλά και είναι «Ο ποιιητής στη Νέα Υόρκη» ενώ «Ο Λένιν ζει/ στη Βόρεια Αμερική/ Σ’ ένα πολυκατάστημα δουλεύει», οπότε «Βερολίνο, Βαρκελώνη/ Τα πεδία των μαχών».
            Πόλεις, που σημαίνει και πάλι: σκακιέρα και λαβύρινθος, όπως στου Πεντζίκη τα γραπτά. Αλλά εδώ είναι άλλη η ματιά, είναι το ποίημα που πασχίζει, και καλά κάνει, να ρυθμίσει διά του ρυθμού, είναι μια απονενοημένη, ηρωική και στακάτη απόπειρα χαρτογράφησης όχι μονάχα του έξω αλλά και του έσω χάους. Είναι του Γιάννη Δούκα τα Μέσα Σύνορα (εκδ. Πόλις), μια δυναμική διαθήκη για τη γενιά που κλείνει τα τριάντα, αφήνει το κουκούλι και μπαίνει στον κυκεώνα. Βασίλης Τσιτσάνης και Κερτ Κομπέιν, και σίγουρα για πρώτη φορά να μας προσφέρεται σε ποιητική μυχιοθήκη το πασίγνωστο (στην παλιοπαρέα, που σημαίνει: Ευγένιος Αρανίτσης, Θάνος Σταθόπουλος, Μπαμπασάκης) περιστατικό του Λαϊκού Βάρδου με τον Μουσηγέτη Εκσκαφέα της Ελληνικής Γλώσσας: «Βγαίνουν, τραγουδάνε/ Σωτηρία Μπέλλου και Μαρίκα Νίνου/ Τάφοι αδειανοί/ Κι έγραφε ο Καρούζος/ Πείτε του Τσιτσάνη/ Πρέπει να πεθάνει/ Στην Καισαριανή».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 13 Φεβρουαρίου 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου