Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Ο Νίκος Βλαντής γράφει για τον Νίκο Κουνενή


Ζητείται Eλπίς




Η εκδοτική έκρηξη της τελευταίας δεκαπενταετίας είχε, συν τοις άλλοις, αποτέλεσμα να εμφανιστούν δεκάδες συγγραφείς, επί το πλείστον μέτριοι. Για κάθε λογοτεχνική κατηγορία (μυθιστόρημα, διήγημα, ποίηση, αστυνομικό κτλ.), βρέθηκαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους πλείστοι όσοι νέοι γραφιάδες. Η πορεία τους ήταν πτωτική, αντιστρόφως ανάλογη της αύξησης του αριθμού τους. Ενίοτε απασχόλησαν την κριτική. Εισέπραξαν πρόσκαιρα συγχαρητήρια και διθυράμβους, επαληθεύοντας τον θλιβερό κανόνα πως η μετριότητα ήταν ένα χαρτί στο οποίο ποντάριζαν συστηματικά το διάστημα αυτό οι κριτικοί της χώρας, στοιχηματίζοντας στα σίγουρα υπέρ της ηθικής χρεοκοπίας που προϋπήρξε της οικονομικής. Έως που στο τέλος, οι νέοι γραφιάδες απογοήτευσαν οικτρά όσους έσπευσαν να τους συγχαρούν, ή απλώς εξαφανίστηκαν. Εφόρμησαν σε όλα τα είδη και τους στέρησαν την αυθεντικότητα (φαινόμενο που ξεφεύγει από τα όρια της χώρας αλλά και από το στόχαστρο του παρόντος). Ένα είδος έμεινε ωστόσο αλώβητο από την επέλαση των βαρβάρων: η σάτιρα. Ίσως επειδή προϋποθέτει σπάνιο ταλέντο.
Το υπηρετεί συστηματικά και φιλόπονα ο Νίκος Κουνενής την τελευταία δεκαετία, με συνέπεια, ήθος και όλο και πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα. Το έχει καλλιεργήσει στρεφόμενος στη φόρμα διηγήματος (βλ. π.χ. Δημόσια εγγραφή), μυθιστορήματος (Ω του θαύματος!), αλλά και σατιρικού δοκιμίου. Το τελευταίο είχα πιστέψει πως είναι το πιο πρόσφορο πεδίο του, αφότου είχα διαβάσει το βιβλίο του ΥποΚριτικά Κείμενα (2007).
Εδώ εντάσσεται και το καινούργιο του βιβλίο Περί Δημοκρατίας, σάτιρα ηθών και θεσμών. Πρόκειται για έργο που εκπληρώνει το στόχο της σάτιρας, ενώ ταυτόχρονα καταφέρνει και ευρύτερη στόχευση. Αποτελεί μία βαθιά και συστηματική ανάλυση της σημερινής πολιτικής και οικονομικής συνθήκης, τόσο της Ελλάδας όσο και της δυτικής κοινωνίας εν γένει. Ο Κουνενής βασίζεται στο σπάνιο συγγραφικό του ταλέντο στη σάτιρα. Αξιοποιεί τις εξειδικευμένες γνώσεις του στα οικονομικά, γνώσεις βάσης αλλά και της σύγχρονης συζήτησης και θεωρίας τους. Επιστρατεύει την πολιτική του ιδεολογία  (υπήρχε μόνο εν σπέρματι στα προηγούμενα έργα του). Στέκεται με σκωπτική διάθεση απέναντι στην επείγουσα συνθήκη που επικρατεί και επιχειρεί ανάλυση και ερμηνεία της.
Ως εργαλείο ανάλυσης, επιλέγει τον πολυπαθή όρο «δημοκρατία», όπως αυτός επαναβαπτίστηκε στην παγκόσμια πολιτική κονίστρα με τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991 (τότε που εγκαινιάστηκε και ο πολυπαθής όρος «Νέα Παγκόσμια Τάξη»). Ως υλικό ερεύνης, αξιοποιεί τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και το τρομακτικό αδιέξοδο του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, όπως διαφαίνεται πλέον σε όλους καθαρά. Ως μέθοδο εργασίας, χρησιμοποιεί την περιγραφή δικών του νεολογισμών που χαρακτηρίζουν τη σημερινή συνθήκη, όπως π.χ. ο άκρως επιτυχής όρος «λιμοκρατία».
Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο το οποίο πρέπει να διαβαστεί επειγόντως. Αξίζει όσο εκατοντάδες άρθρα και βαρετές ομιλίες που βρίθουν δυσνόητους οικονομικούς όρους, με τα οποία μας έχουν βομβαρδίσει τελευταία αυτάρεσκοι κι αυτεπάγγελτοι σωτήρες-ακτιβιστές-οικονομολόγοι-μιντιοκάπηλοι, εκμεταλλευόμενοι το οικονομιστικό κλίμα της εποχής. Ο λόγος είναι απλός: ο Κουνενής, γνήσια φιλοσοφίζων εν προκειμένω, επιλέγει γενναία να επικαλεστεί όχι την εξειδικευμένη γνώση αλλά την κοινή λογική.
Δεν κρύβει την πολιτική του θέση σε όλο το πλάτος και το μήκος του κειμένου. Καθιστά σαφές πως είναι «ακροαριστερή» (όρος που προτείνω σε αντιδιαστολή με το «αριστερό» ΠΑΣΟΚ). Η επιλογή του με βρίσκει σύμφωνο. Βρίσκω πως εξυπηρετεί τους στόχους του. Στον σημερινό πολιτικό διάλογο, η κριτική η εμφορούμενη από την «άκρα αριστερά» μου μοιάζει βασισμένη στην κοινή λογική, όπως και το βιβλίο του Κουνενή. 
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί αποτελεί σατιρική απόδοση του τεχνοκρατικού langage της εποχής. Η παιγνιώδης γλωσσική του διάθεση σε ορισμένα σημεία δημιουργεί πρόσκαιρα εμπόδια. Ξεπερνιούνται εύκολα χάρη στον χειμαρρώδη και πληθωρικό του λόγο, τον εμφορούμενο από σατιρική διάθεση και κυρίως, στηριγμένο σε στιβαρά γλωσσικά και πλούσια εκφραστικά θεμέλια.
Σε ορισμένα σημεία, ο Κουνενής μοιάζει να υποτάσσεται στην επικαιρότητα, κατονομάζοντας πρόσωπα και πράγματα. Η επιλογή του, εκτός ότι αποτελεί χαρακτηριστικό της σάτιρας, μάλλον συνιστά πολιτική αναγκαιότητα, ενώ προσφέρει στο έργο τη διαχρονικότητα της εν θερμώ αποτύπωσης μιας ζοφερής περιόδου. Τέλος, το τελευταίο κείμενο του παραρτήματος θα μπορούσε να λείπει δίχως να στερεί κάτι απ’ το βιβλίο, αν και μάλλον πρόκειται για ζήτημα προσωπικού γούστου.
Μία φράση μου ήρθε στο νου τελειώνοντας την εντυπωσιακή δουλειά του Κουνενή, φράση-τίτλο γνωστού βιβλίου του Αντώνη Σαμαράκη: Ζητείται ελπίς. Η διέξοδος που διαβλέπει ο συγγραφέας από τη σημερινή συνθήκη (φυγάδευση ορισμένων προσωπικοτήτων με ελικόπτερο) αποτελεί φυσικό επακόλουθο της σατιρικής του διάθεσης. Χρειάζεται όμως βαθύτερη συγκρότηση και ευρύτερη της σατιρικής αφετηριακή θέση και διάθεση για να κατατεθεί μία πρόταση για την επόμενη μέρα.
Ίσως είναι καιρός, ο Κουνενής, ανταποκρινόμενος στις επιταγές της εποχής, να στραφεί από τη διαπόμπευση του πολιτικού και οικονομικού ορθολογισμού της εποχής (τον οποία κατέχει και χειρίζεται άπταιστα) σε ένα διαφορετικό πεδίο, το οποίο δεν έχει πάντοτε πραγματιστικό αντίβαρο: την ουτοπία· το ρεύμα της ανθρώπινης σκέψης το εγγενώς ελπιδοφόρο και διαχρονικά επίκαιρο, το οποίο, σε περιόδους κρίσεως όπως η τωρινή, αναδεικνύεται σε αληθινό εργοστάσιο ονείρων.

Επίμετρο

Περί του νοήματος της φράσης: «Την περασμένη δεκαπενταετία, επαληθευόταν ο θλιβερός κανόνας πως η μετριότητα ήταν ένα χαρτί στο οποίο ποντάριζαν συστηματικά το διάστημα αυτό οι κριτικοί της χώρας, στοιχηματίζοντας στα σίγουρα υπέρ της ηθικής χρεοκοπίας που προϋπήρξε της οικονομικής».

Καλό είναι κανείς να μιλάει με παραδείγματα, για να γίνεται περισσότερο κατανοητός.
Κατ’ άρχας, σε ό,τι αφορά το ποντάρισμα εκ μέρους των κριτικών υπέρ της ηθικής χρεοκοπίας που προϋπήρξε της οικονομικής: η κοινωνική σήψη αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του μυθιστοριογράφου Μιχάλη Μιχαηλίδη για το βραβευμένο από το περιοδικό Διαβάζω (βραβείο μυθιστορήματος του 2002) βιβλίο του Η σκύλα και το κουτάβι (Καστανιώτης 2002). Σύσσωμη η ελληνική κριτική το καταξίωσε, επιβραβεύοντας και το ηθικό του έρεισμα.
Στο πιο πρόσφατο βιβλίο του, με τίτλο Πινακοθήκη Τεράτων (Πατάκης, 2009), ο συγγραφέας Μιχάλης Μιχαηλίδης εξακολουθεί να επιλέγει ως κυρίαρχο θέμα του την κοινωνική σήψη. Κατευθύνει πλέον τα βέλη του στο λογοτεχνικό σινάφι. Η κριτική τώρα τον καταβαραθρώνει. Το θεωρώ εύλογο ο συγγραφέας να αναρωτιέται: τι πήγε στραβά αυτήν τη φορά; Γιατί αυτός τουλάχιστον, δεν έκανε τίποτε διαφορετικό. Υπηρέτησε τις ίδιες αξίες, που μάλλον κρίθηκαν πλέον ως ανεπίκαιρες.
Σε ό,τι αφορά το άλλο σκέλος του ισχυρισμού, την καταξίωση της μετριότητας: θυμάμαι τους διθυράμβους προς τον Παντελή Κοντογιάννη που εκφράστηκαν για το πρωτόλειό του Συνεπιβάτες (2000) Εγκωμιαστικές κριτικές δέχτηκε και ο συγγραφέας Δημοσθένης Καμπούρης για το πρωτόλειο Στη βροχή με μηχανάκι (Ελληνικά Γράμματα, 2001). Αν έπαιρνε κανείς στα σοβαρά τις κριτικές, θα πίστευε πως είχαμε να κάνουμε με δύο πολλά υποσχόμενους συγγραφείς, που ήρθαν για να μείνουν. Κατά πώς φαίνεται, μάλλον επαναπαύτηκαν στις δάφνες τους έκτοτε, γιατί δεν ξανάβγαλαν βιβλίο.
Και, μάλλον καλά έκαναν: διότι, αν ξανάβγαζαν (ή ξαναβγάλουν) βιβλίο, είναι πιθανόν η κριτική να τους περιμένει στο εκτελεστικό απόσπασμα για να διαπιστώσει ψυχρά τις ατέλειες του δεύτερου έργου τους (και κατ’ επέκταση του πρώτου). Όπως συμβαίνει δηλαδή και με ένα σωρό φιλόπονους συγγραφείς που, παρόλο που το ύψος της στοχοθεσίας τους, το ύφος τους κτλ. παραμένει το ίδιο, δέχονται ξάφνου αρνητικές κριτικές. Εδώ, τα παραδείγματα είναι πάμπολλα. Παρακολουθείστε την ιστορία να επαναλαμβάνεται με συγγραφείς όπως η Ελένη Ζαχαριάδου (διθυράμβους για το Γλυκά του Κουταλιού, Το Ροδακιό, 2002, όχι για το επόμενο με τίτλο Η μαμά δεν λέει ψέματα ποτέ, το Ροδακιό, 2007), η Σταυρούλα Σκαλίδη (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για το πρωτόλειο Προδοσία και εγκατάλειψη, Πόλις 2008, διφορούμενες ή και αρνητικές κριτικές για το ωριμότερο και ίδιας στοχοθεσίας Κρέας από σταφύλι, Πόλις 2010). Και φυσικά, ο συγγραφέας με τον οποίο ξεκίνησε το επίμετρο, ο Μιχάλης Μιχαηλίδης, που παραμένει συνεπής στο καλλιτεχνικό του όραμα από το πρώτο του βιβλίο.

Νίκος Βλαντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου