Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η Επιστροφή του Νίκου Βλαντή

Κρίση και Κριτική



 Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει το χώρο του βιβλίου, γεγονός που έχει αποτυπωθεί συχνά και σε ρεπορτάζ εφημερίδων. Οι πωλήσεις αντιτύπων πέφτουν, τα βιβλιοπωλεία και οι εκδοτικοί οίκοι δυσκολεύονται να επιβιώσουν, ο χώρος του βιβλίου δοκιμάζεται, όπως και οι υπόλοιποι κλάδοι της εμπορικής δραστηριότητας.
Επίσης, οι σελίδες για το βιβλίο στα διάφορα έντυπα μειώνονται ή καταργούνται. Οι εφημερίδες στήριζαν –φαίνεται– το βιβλίο σε εποχές που οι εκδότες ξόδευαν πολλά χρήματα για την προβολή των νέων τους τίτλων. Όπερ σημαίνει πως αντιμετώπιζαν το βιβλίο ως καταναλωτικό είδος, όχι ως φορέα διακίνησης ιδεών. Από την ώρα που τα διαφημιστικά έσοδα συρρικνώθηκαν, το ίδιο συνέβη και με τις σελίδες του βιβλίου: έως που εξαφανίστηκαν. Τι γίνεται όμως με τις εφημερίδες που έχουν ακόμα στήλες βιβλίου;
Πριν μερικά χρόνια, ξεφύλλιζα τις σαββατιάτικες και κυριακάτικες εκδόσεις τους ανάλαφρα και αδιάφορα, ώς να φθάσω στις σελίδες και τα ένθετα του πολιτισμού, έχοντας στην άκρη του μυαλού μου τη σκέψη πως «λίγο πολύ όλες τα ίδια περίπου γράφουν». Η οικονομική συνθήκη (της ευημερίας), η πολιτισμική συνθήκη (του τέλους της ιδεολογίας), η κοινωνική συνθήκη (της μεσοστρωματικής αναπαραγωγής), αποτυπώνονταν στην – κατά την αίσθησή μου – σχεδόν εναρμονισμένη γραμμή των εντύπων. Οι κριτικές που δημοσιεύονταν στις σελίδες για το βιβλίο μοιάζαν στα μάτια μου ίδιες: μπορούσες χωρίς δεύτερη σκέψη να τους αλλάξεις θέση από τη μία εφημερίδα στην άλλην δίχως να γίνει αντιληπτό. Τουναντίον, ήταν οι άνθρωποι που τις υπέγραφαν που έκαναν τη διαφορά σε εμένα, παρά η φυσιογνωμία του εντύπου στο οποίο εκδίδονταν.
Η κατάσταση άλλαξε άρδην με την κρίση. Αρχής γενομένης από τις τεράστιες αλλαγές που έγιναν στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας στις αρχές του 2009. Αγνοώ τα αίτιά τους και αν σχετίζονταν με ό,τι επακολούθησε για τη χώρα. Ωστόσο, έχω την αίσθηση πλέον πως σηματοδότησαν μία νέα περίοδο για τα έντυπα του βιβλίου και τη βιβλιοκριτική στη Ελλάδα.
Δεν συμφωνούσα πάντα με τις απόψεις που δημοσιεύονταν στο έντυπο «Βιβλιοθήκη», το οποίο εκδίδετο έως τότε. Κάποιες φορές, σε βαθμό να καταθέσω δημόσια την αντίρρησή μου (όπως π.χ. τον Σεπτέμβρη του 2007 για την ποιότητα της μετάφρασης του βιβλίου του Ντέιβιντ Μίτσελ, Ο Άτλας του Ουρανού από την Άρτεμη Λόη). Το έντυπο ωστόσο, μου ενέπνεε σεβασμό, μου καλλιεργείτο η εντύπωση πως γραφόταν από μία συνεκτική ομάδα βιβλιόφιλων και διανοουμένων. Εξέφραζε ιδεολογική άποψη; Ενείχε χαρακτήρα «παρεμβατικό», ευρύτερο της αποτύπωσης της βιβλιοπαραγωγής;
Τα κείμενα που διάβαζα απέπνεαν βιωμένη τη γνώση πως το βιβλίο συνιστά φορέα κίνησης ιδεών ή/και το θάρρος της προσωπικής άποψης του υπογράφοντα. Ωστόσο, έλειπε –κατά τη γνώμη μου– μία σαφής ιδεολογική στόχευση, όπως μάλλον έλειπαν τα κοινωνικά και πολιτικά εναύσματα γι’ αυτήν. Είναι ίσως ειρωνικό: όταν άρχισα να διαισθάνομαι πως το έντυπο όδευε προς το να αποκτήσει τον χαρακτήρα αυτόν (ένεκα ίσως και των γεγονότων του Δεκέμβρη του 2008 που μάλλον έχουμε πια ξεχάσει), και μόλις που είχα αρχίσει να το συζητώ με προσμονή και ενδιαφέρον με άλλους, τότε έμαθα πως το έντυπο θα επανακυκλοφορούσε με νέα ομάδα, σχεδόν από το μηδέν.
Το καινούργιο ένθετο «Βιβλιοθήκη» στην αρχή με απογοήτευσε. Το βρήκα αμήχανο, ασχημάτιστο, χωρίς πυξίδα. Στη συνέχεια, βδομάδα με τη βδομάδα, απέκτησε στα μάτια μου ένα χαρακτήρα. Συνήθισα τι να περιμένω απ’ αυτό: την αποτύπωση (πιο ελεύθερη, λιγότερο συστηματική αλλά και συχνά περισσότερο γουστόζικη και παθιασμένη) της βιβλιοπαραγωγής από μία ευρεία (και ενίοτε ετερόκλητη) ομάδα ανθρώπων, αποτύπωση με άρωμα βιβλιοφιλίας και εν τη ευρεία εννοία καλλιτεχνικής και διανοουμενίστικης διάθεσης· όχι όμως –κατά κανόνα– με φιλοσοφικό υπόβαθρο, ούτε και με ιδεολογικό στίγμα (έστω ιμπρεσιονιστικό), όπως –πιθανόν;– να αποκτούσε η προγενέστερη «Βιβλιοθήκη» αν έμενε έως είχε, προσαρμοζόμενη στην εποχή. Όπως και να έχει, εν τέλει την καλωσόρισα τη νέα «Βιβλιοθήκη», και χαίρομαι που εκδίδεται, σκεπτόμενος τι συμβαίνει παράλληλα στα υπόλοιπα έντυπα.
Τι σχέση έχει όμως το ένθετο με τις υπόλοιπες σελίδες της εφημερίδας; Είναι λειτουργικά ενταγμένο στο σώμα της; Όσο η κρίση οξύνεται, διαβάζω συχνά τα άρθρα της Ελευθεροτυπίας και εμπιστεύομαι ενίοτε τις αποκαλύψεις και τις απόψεις που εκφράζονται στις σελίδες της. Μου φαίνεται πως, εν μέσω της λαίλαπας που έχει ξεσπάσει στη χώρα, η εφημερίδα ανακαλύπτει τον «αντιεξουσιαστικό» της χαρακτήρα και, αν καταφέρει κάποιος να την αναγιγνώσκει ευρύτερα από τα περίκλειστα ιδεολογικά της στεγανά, μπορεί να ενημερωθεί –το δυνατόν– αντικειμενικά. Στις σελίδες του βιβλίου πάντως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια «γραμμή»: μου μοιάζει να ακολουθείται το σκεπτικό πως η Τέχνη (εν προκειμένω του βιβλίου) είναι ένα ξέχωρο από τον κόσμο, άχρονο και άχωρο βασίλειο-καταφύγιο.
Το αντίθετο ωστόσο, βλέπω να συμβαίνει στο άλλο έντυπο που συχνά διάβαζα και περίμενα κάθε βδομάδα με προσμονή, ένθετο-πυξίδα των βιβλιόφιλων: το «Βιβλιοδρόμιο» των Νέων. Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσω πως διαφωνώ (και) με την πολιτική γραμμή που (διακρίνω πλέον ξεκάθαρα να) ακολουθεί η εφημερίδα και (να) αποτυπώνεται σε κάθε της σελίδα: τη βρίσκω σκανδαλωδώς καθεστωτική. Με ξαφνιάζει όμως που ανακαλύπτω και στο συρρικνωμένο (και παλαιότερα ελκυστικό) ένθετο να αποτυπώνεται η ίδια γραμμή: ο «αριστερισμός», ο «προοδευτισμός», ο «αντι-φασισμός», η «αντι-αντιεξουσιαστική» διάθεση είναι –λίγα μόνο από– τα ιδεολογικά στεγανά που ξαφνιασμένος διακρίνω.
Τα ίδια (αν και σε ελαφρώς ασθενέστερο βαθμό) βλέπω να συμβαίνουν και σε μία ακόμη σχετική εφημερίδα που εξακολουθεί να δημοσιεύει άρθρα για το βιβλίο: το Βήμα. Η κίνηση που έγινε πριν λίγους μήνες τα βιβλία να συσχετιστούν με τις ιδέες (με τη μετονομασία του αντίστοιχου στελέχους της εφημερίδας από «Βιβλία» σε «Βιβλία και ιδέες») δεν μου μοιάζει να απέδωσε καρπούς σε χυμώδη άρθρα: θα έπρεπε μάλλον, οι επιλεγμένες «ιδέες» να είναι περισσότερο ελεύθερες κι ερεθιστικές από το σοβαροφανές, αυτάρεσκο και ασύμβατο με το σφυγμό της εποχής προφίλ τού τύπου «τι καλά που είμαστε μέλος της Ευρώπης και ζούμε σε μια πόλη που, αν παραβλέψεις μερικές ενοχλητικές λεπτομέρειες (όπως τους Αγανακτισμένους, π.χ.), την περνάς για Ευρωπαϊκή και εκδίδονται και στη χώρα μας εγκαίρως τα καλύτερα αγγλόφωνα και γαλλόφωνα βιβλία της τελευταίας εσοδείας –σωθήκαμε!– και που έχουμε μάλιστα και εμείς (πριν από εσάς για σας) το υπόβαθρο να θίγουμε σοβαρές ιδέες και βαθυστόχαστα ζητήματα» και άλλα τέτοια ωραία. Στο πλαίσιο μάλιστα αυτού του «στοχασμού» και εν αντιθέσει με τη «Βιβλιοθήκη», όταν δημοσιεύονται κριτικές τοποθετήσεις και όχι ρεπορτάζ, εδώ πέρα μοιάζει να γίνεται σιωπηρά η παραδοχή πως η κρίση πράγματι συμβαίνει: αν και μάλλον, σε μιαν άλλην, μακρινή χώρα. Μου καλλιεργείται η υποψία: μήπως τα έντυπα αυτά είχαν ούτως ή άλλως γραμμή και πριν την κρίση, την οποία δεν διέκρινα;
Την επαληθεύω στην Καθημερινή: η αποστασιοποιημένη, συντηρητική, αχνά μα στιβαρά καθεστωτική, ανεπαίσθητα μα σταθερά αντι-προοδευτική και το δυνατόν ψύχραιμη, απαθής και «σοβαρή» κριτική ματιά πάνω στα τεκταινόμενα στη χώρα βλέπω να συμπυκνώνεται και σε μία αντίστοιχη επιλεκτική, ελιτίστικη και δειλή επισκόπηση πάνω στα εκδοθέντα βιβλία, η οποία σιγά σιγά παύει να με αφορά.
Ίσως κάποια έντυπα να έπρεπε να προσαρμοστούν στην κρίση για να συνεχίσουν να μου φαίνονται ενδιαφέροντα. Ή μήπως αυτό κάνουν;
Ίσως εγώ να είμαι αυτός που αλλάζει, και όχι τα έντυπα.
Ίσως να φταίνε και οι κριτικοί που τα στελεχώνουν, οι συγγραφείς των άρθρων που παλαιότερα, πριν την κρίση, έψαχνα συστηματικά να διαβάσω στις σελίδες των εφημερίδων. Η αντίδρασή τους στη σημερινή δυσμενή συνθήκη είναι περίπου η εξής: πού και πού γράφουν (ή εκφράζουν ακροθιγώς) ένα θερμό κατηγορώ προς τους Έλληνες συγγραφείς, κρίνοντας πως το έργο τους υπολείπεται της συγκυρίας, λίγο πριν βυθιστούν και πάλι στο «σοβαρό» τους έργο, που δεν είναι άλλο από το να συνεχίσουν να (επιλέγουν συνειδητά να) κρίνουν το έργο συγγραφέων που υπολείπεται της συγκυρίας.
Κατά τα άλλα, το παιχνίδι της κριτικογραφίας παίζεται με τους ίδιους κανόνες όπως και πριν την κρίση. Γνωστά και καθιερωμένα ονόματα μεσήλικων λογοτεχνών, ανδρών και γυναικών, μεγαλουργούν επωάζοντας ένα ευπώλητο αριστούργημα κάθε ενάμιση χρόνο (περίπου). Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς με λιτά διηγήματα και νουβέλες που κατά κανόνα ανήκουν στο είδος της ρεαλιστικής πεζογραφίας, αστικής ή γέννημα θρέμμα της υπαίθρου, ηπείρου ή/και νήσων, ενθουσιάζουν σύσσωμη την κριτική, βραβεύονται μεγαλόφωνα, για να απογοητεύσουν οικτρά με το επόμενό τους έργο και να γυρίσουν πάλι στην αφάνεια. Ανάμεσα στις δύο κατηγορίες, οι ασθμαίνοντες συγγραφείς μεσαίου βεληνεκούς διάγουν την καριέρα των πρωτοεμφανιζόμενων αλλά με ασθενέστερο ρυθμό: αφού έχουν παρουσιάσει έναν ικανό αριθμό έργων που μοιάζουν μεταξύ τους όσο οι «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ», και έχουν πείσει τρόπον τινά τους κριτικούς (τουλάχιστον) για την επιμονή τους, τότε, και συνήθως αφότου βραβευτούν (ή ακόμη χειρότερα για κάποιους απ’ αυτούς, λίγο προτού), ένας από τους κριτικούς αποκαλύπτει (ξαφνιασμένος) στους άλλους και σε όλους εμάς πως, δεν ήταν τελικά τόσο πρωτότυπη η αρχική ιδέα, του πρώτου έργου, χάρη στο οποίο, πριν από χρόνια, πρωτοασχολήθηκαν με τον συγγραφέα αυτόν, επομένως έχει πάρει την κάτω βόλτα, ή λάθος κάνανε εξ αρχής και ενδιαφέρθηκαν για το έργο του. Επόμενος.
Μακράν απέχουν δηλαδή οι κριτικοί, από το να λάβουν υπ’ όψη τους στο «σοβαρό» τους έργο την οριακή κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτισμική συνθήκη στην οποία βρίσκεται η χώρα. Μάλλον τους λείπει και η πνευματική διάθεση που θα απαιτείτο για να το καταφέρουν, ή το ηθικό σθένος να πάρουν το έργο τους πραγματικά στα σοβαρά, όπως είναι απασχολημένοι από το να παίρνουν τον ρόλο τους πολύ στα σοβαρά. Ίσως, για να είναι κανείς κριτικός απαιτείται και η αυτοκριτική πού και πού· ίσως θα έπρεπε λοιπόν να αναρωτηθούν αν και οι ίδιοι επαρκούν ενώπιον όσων συμβαίνουν καταιγιστικά· όχι μόνον οι συγγραφείς.
Όπως και να έχει, χαίρομαι που εξακολουθούν να τυπώνονται τα κείμενά τους, καθιερωμένων και μη κριτικών. Και τούτο διότι, ένα από τα αποτελέσματα της κρίσης είναι να μειωθεί, όχι μόνον η βιβλιοπαραγωγή αλλά και η κριτική της (όπως και η οξύτητά της). Διότι, ακόμη και στα μπλογκς (με φαεινές εξαιρέσεις, όπως τούτο εδώ του φίλου και εκλεκτού Γ.Ι.Μ.), δεν βλέπω πια να εκφέρονται ενδιαφέρουσες απόψεις παρά να δημοσιεύονται κείμενα στεγνά-δελτία τύπου.


Νίκος Βλαντής
Cosmowaver

1 σχόλιο:

  1. Συμπαγές άρθρο. Ήταν ώρα να ασχοληθεί κανείς με τη βιβλιοκριτική.
    Λατρεύω την υποσημείωση ''Cosmowaver''!

    ΑπάντησηΔιαγραφή