Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012


heartbeak hotel

Heartbreak Hotel / Αιώνιες Αγάπες ή Όλα Στα Κάρβουνα
         
[ Δύο φορές το μήνα, η ποιήτρια Γλυκερία Μπασδέκη προσφέρει στους αναγνώστες μας ένα κείμενο-παραγγελιά. Το γράφει ύστερα από ανάθεση εκ μέρους του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, ο οποίος της ορίζει τον τίτλο και δίνει κάποιες τεχνικές οδηγίες. Τα κείμενα, μετά την ολοκλήρωση των αναρτήσεων στο Bookspotting, θα εκδοθούν από γνωστό οίκο των Αθηνών.  Ο τίτλος του τόμου θα είναι Επίσης, θα παρουσιαστούν στην εκπομπή Radio Bookspotting, ραδιοσκηνοθετημένα από τον συνεργάτη μας Roger Mexico ]


Όχι, ποτέ δεν δόθηκα στον Ζίζεκ!

Δεν ήξερα τι θέλει η Ελλάδα, δεν ήξερα τι θέλει η Ευρώπη – οι συλλογικές μυθοπλασίες και η προφανής ανοησία των οικονομικών προβλέψεων δεν με αφορούσαν. Έδωσα μια απαλή αγκωνιά στη Ρένα Δούρου και τον πρόλαβα στην έξοδο. Και τον κοίταξα βαθιά στα μάτια. Και τον έπιασα απ’ το μπράτσο. Και του είπα: Θέλω να μου σβήσετε τις αναμνήσεις Σλαβόι και να έχουμε Έτος Μηδέν και να γίνετε Ο Άγγελος Που Χτυπά Τις Χορδές Της Κιθάρας και να βλέπουμε μαζί τελεμάρκετινγκ και να μου μιλάτε για υποκειμενικότητα και επανάσταση και ουτοπία και όπερα και να με ταξιδεύετε από λέξεις σε λέξεις και να σας δίνω Αυτό Που Δεν Έχω και να διώξετε αυτή τη Μις Μπικίνι που παντρευτήκατε και να με διαγράψετε και να με φυλακίσετε και να με εξορίσετε και να με εκκαθαρίσετε και να με ενομοιοκαταλήξετε και να με ερρυθμολογήσετε και να με ελλυρικοποιήσετε και να με ενστιχώσετε – εγώ το μόνο που θέλω είναι να έρθετε μαζί μου στον Μπάμπουρα στα Πετράλωνα να σας διαβάσω ένα ποίημα που έγραψα για σας.
Και μου χαμογέλασε. Και με οδήγησε στην έξοδο. Και μου είπε: Δεν καταλαβαίνω τίποτε απ’ όσα μου λέτε αλλά κι εγώ σας ξεχώρισα γιατί Τα Μάτια Σας Λάμπουν Σαν Εκατό Σχολές Τέχνης και μέσα στο κεφάλι σας κατοικεί το μικρό γράμμα α και γιατί είστε φτυστή η Ναντέζντα Αλληλούγεβα και η Παρισούλα Λάμψου και γιατί το γέλιο σας είναι πρωινό γκουλάγκ  και νιτρώδες οξείδιο και γιατί δεν φταίω εγώ που ο βλάκας ο Γιακώβ έπεσε πάνω στα ηλεκτροφόρα και γιατί ξέρετε απέξω κι ανακατωτά Τα Ονόματα Του Πατρός και γιατί αγαπάτε όσο κι εγώ τον Τζωρτζ Μπεστ και γιατί από έρωτα θα μαζεύατε εκατόν δύο τόνους κάρβουνο και γιατί ξέρετε τον  Κενώ στη μετάφραση του Κυριακίδη και γιατί όταν νυχτώνει πάντα μελαγχολώ και γιατί (μα τον Λακάν μου και τον Πολ Ποτ μου!) πολύ θα ήθελα να πιούμε μαζί ένα ρακόμελο στου Μπάμπουρα.
Η Πειραιώς ανοιγόκλεινε σε χίλια πλατώματα κι ήταν όλη Εκείνος. Περπατούσαμε αγκαζέ. Έξι λοξοί στοχασμοί πετάχτηκαν απ’ το ισόγειο του Μουσείου Μπενάκη – βάλαμε κι οι δύο τα γέλια. Ήθελα να του πω ότι μ’ αρέσει η Κυβερνητική και τα λυκόσκυλα, ότι δεν ξυρίζω τις γάμπες μου κι ότι στα όνειρά μου τον φωνάζω Salvatore. Ήθελα να του πω ότι είμαι μια Ευρωπαία με ασιατικές αξίες κι όταν αγαπάω γίνομαι η Πρώτη Εργάτρια, και η Πρώτη Αγρότισσα και η Πρώτη Υψίφωνος και η Πρώτη Κηπουρός  και η Πρώτη Μαγείρισσα και η Πρώτη Ποιήτρια. Θα μου διαβάσεις εκείνο το ποίημα;  – με αιφνιδίασε περνώντας σ’ έναν ανοίκειο  ενικό. Κοκκίνισα σαν την Κρονστάνδη – άκου, του είπα, αυτό είναι :

ΒΟΡΡΟΜΕΙΟΣ ΚΟΜΒΟΣ
Σα χύτρα δανεική, σα μαριονέτα
Σαν ατοπία και του ίχνους πιρουέτα
Εγώ η Άλλη στο επέκεινα πετώ
Κι ό,τι σου δίνω ν’ αρνηθείς εκλιπαρώ

Κόβεις τον έναν –δε χαλά η αρμαθιά
Πιάσε με, φίλα με ,αγάπα με βαθειά
Ανκόρ, ανκόρ μέχρι να εννοηθώ
Και σα γκουλάγκ ψηλά ν’ αναληφθώ

Δε φτάσαμε ποτέ στου Μπάμπουρα. Δεν καθίσαμε στη γωνία δεξιά, πίσω απ’ τον μπουφέ. Δεν χρειάστηκε να του τραγουδήσω την Τρίτη Διεθνή, ούτε να του μιλήσω για το διχασμένο υποκείμενο και τη Μεγάλη Εκκαθάριση του χίλια εννιακόσια τριανταέξι. Τίποτε δε χρειάστηκε. Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι. Ολομόναχοι στην έρημο του πραγματικού. Αμίλητοι, βουρκωμένοι, ήσυχοι. Κανένας δεν ρώτησε. Κανένας δεν απάντησε. Όλα έμοιαζαν μικρές αυτονόητες αλήθειες κι Αυτός ΄Ελαμπε ΄Ησυχος Σαν Μια Υπόσχεση Παραδείσου Επί της Πειραιώς .
Εκείνο το βράδυ δεν δόθηκα στον Σλάβοι Ζίζεκ. Εκείνο το βράδυ, δηλαδή προχθές, δόθηκα σ’ έναν άντρα που τον έλεγαν Salvatore  Φορούσε ένα μακό μπλουζάκι που έγραφε Occupy Europe – λίγο πριν ξημερώσει με πήρε στην αγκαλιά του και μ’ ένα αχ πετάξαμε πάνω απ’ τη Λιουμπλιάνα, πάνω απ’ την Αθήνα, πάνω απ’ τη βομβαρδισμένη Ευρώπη που κοιμόταν. 

Γλυκερία Μπασδέκη                                                                         
         



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου