Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Δύο Βιβλιοθήκες [κείμενο στο Δέντρο]

[Από το τεύχος του Δέντρου που μόλις κυκλοφόρησε, 
με αφιέρωμα στις Βιβλιοθήκες]

Δύο Βιβλιοθήκες



Η βιβλιοθήκη προστατεύει από την έξωθεν εχθρότητα, φιλτράρει τους θορύβους του κόσμου, μετριάζει το κρύο που βασιλεύει στην ατμόσφαιρα […] αντιπροσωπεύει τη συμπύκνωση του χρόνου και του χώρου. Αθροίζει στα ράφια της όλα τα γεωλογικά στρώματα του παρελθόντος
Ζακ Μπονέ, Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα [μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Άγρα]


Παρατηρούσε συχνά-πυκνά ο Νίκος Καρούζος ότι ο Βούδας δεν είχε βιβλιοθήκη. Ούτε ο Ιησούς, συμπλήρωνε. Και κάμποσοι άλλοι μεγάλοι ιερουργοί, στοχαστές, μύστες. Ωραία παρατήρηση. Απ’ την άλλη, λατρεύαμε τον Μπόρχες και την υλική βιβλιομανία, τα γεμάτα με τόμους ράφια και τα πατάρια που φιλοξενούν χαρτί και δέρμα, λέξεις και σημεία στίξεως. 
Έτυχε να γνωρίσω και να συναναστραφώ δύο θαυμάσιους ρέκτες/παίκτες της Ποιήσεως, δύο πλούσιες, πληθωρικές προσωπικότητες, δύο βιβλιομανείς που ο ένας είχε τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη που έχω δει στη ζωή μου και ο άλλος τη μικρότερη. Στην κατοικία του ενός τα βιβλία υπήρχαν παντού, στο λεγόμενο καθιστικό, στο γραφείο του, στην κουζίνα, στο αποθηκάκι, στην τουαλέτα. Παντού. Ένα από τα κρεβάτια του ήταν καμωμένο από βιβλία, ένα παραλληλεπίπεδο χαρτομάνι, βιβλία στοιχισμένα και στοιβαγμένα, κι απάνω ένα στρώμα.
            Είχαμε πάει στο σπίτι του, στο Κολωνάκι, παρέα με τον ποιητή και φίλο Γιάννη Τζώρτζη. Αμφότεροι είχαμε διαβάσει γι’ αυτόν, είχαμε μάθει κάποια πράγματα για τις ποικίλες ιδιότητές του, τον είχαμε δει σε μια φωτογραφία που συγκαταλέγεται στις πιο περιλάλητες αποτυπώσεις της Μπητ Γενιάς, ξέραμε ότι είχε συνυπάρξει στα αμφιθέατρα του Χάρβαρντ με τον Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ, ότι είχε παίξει, ως δευτεραγωνιστής και τριταγωνιστής, αλλά πάντα σημαίνων, σε μυθιστορήματα του Τζακ Κέρουακ, στο θρυλικό Στο Δρόμο, στους Υποχθόνιους, και άλλα. Αδημονούσαμε να τον γνωρίσουμε –  «εψόφαγα να τον γνωρίσω», όπως είχε πει σε μια ανάλογη περίσταση ο Ανδρέας Εμπειρίκος.
            Αρχές της δεκαετίας του 1980. Ο Γιάννης είχε πληροφορηθεί στο δυτικογερμανικό Βερολίνο από τον Αμερικανοεβραίο Άλεν Γκίνσμπεργκ ότι ο Αμερικανοϊρλανδός Άλαν Άνσεν ζει στην ελληνική Αθήνα. Ο Γκίνσμπεργκ, με την πασίγνωστη προθυμία του και τη διάθεσή του να κάνει ανθρώπους να συναντιούνται, έδωσε το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του Άνσεν στον Τζώρτζη. Ο Τζώρτζης ήξερε ότι ήμουν ο μόνος Έλληνας εκείνη την εποχή που γνώριζε πολλά για τον Άνσεν , κι έτσι με πήρε και πήγαμε να τον βρούμε.
            Κάπου, σε κάποια σελίδα του Στο Δρόμο, ο Κέρουακ μας πληροφορεί ότι ο Ρόλο Γκρεμπ (με αυτό το όνομα εμφανίζεται στο μυθιστόρημα ο Άλαν Άνσεν) είναι ο κάτοχος της μεγαλύτερης ιδιωτικής βιβλιοθήκης στην Αμερική. Ο Άνσεν έχει μεταφέρει μέρος της βιβλιοθήκης του εδώ. Ένα διαμέρισμα-βιβλιοθήκη. Βιβλία όλων των ειδών. Δεκάδες εκδόσεις των έργων του Σαίξπηρ. Άλλωστε ο Άνσεν έχει εκπονήσει διατριβή για το πολύπτυχο μεγαλείο του Βάρδου. Όλοι οι Έλληνες κλασικοί, οι τραγωδοί μας, ο Ηράκλειτος, τα πάντα. Όλος ο Ντοστογιέφσκι και κάμποσα εγχειρίδια στρατιωτικής ιστορίας. Πολλή ποίηση, φυσικά. Ο Άνσεν είχε διατελέσει γραμματέας του ποιητή W. H . Auden – επιμελήθηκε, μετέπειτα, την Αλληλογραφία του νομπελίστα ποιητή. Αστυνομικά μυθιστορήματα σε αφθονία, αλλά ακόμα πιο πολλά κατασκοπευτικά, πολύς Τζον Λε Καρέ αλλά και ο τότε άγνωστος (και τώρα;) Francis Ryck. Ο Κάφκα παρών, και πιο κει ο Ουίλιαμ Γκάντις επίσης παρών. Τότε δεν είχε εμφανιστεί ούτε ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ούτε ο Τζόναθαν Φράνζεν, και ο Πολ Βεράχεν, αλλιώς πάω στοίχημα θα ήσαν και αυτοί περίοπτα παρόντες. Τα βλέμματά μας κινούνται ακατάπαυστα σαν μπίλιες σε τρελαμένο φλιπεράκι. Καταπίνουν ράχες βιβλίων, ονόματα συγγραφέων, τίτλους, μυθιστορημάτων, τα πάντα – στα είκοσι κάτι σου θέλεις να διαβάσεις τα πάντα, μάλλον θα ήθελες να έχεις διαβάσει τα πάντα.
            Ο Άλαν στις προσφέρει ουίσκι, σε νεροπότηρο μεγάλου μεγέθους, ξέχειλο, πάει το μισό μπουκάλι με τη μία. Δεν έχουμε ξαναδεί τέτοιο σερβίρισμα. Το αλκοόλ λύνει τη γλώσσα, στέλνει από κει που ήρθε την όποια συστολή, και σε λίγο βομβαρδίζουμε τον οικοδεσπότη μας με απανωτές, καταιγιστικές ερωτήσεις για τα πάντα και τους πάντες, κυρίως για τους, ζώντες τότε, Μπάροουζ, Γκίνσμπεργκ, Πολ Μπόουλς, στα μέρη του οποίου έχει τραβηχτεί η περίφημη φωτογραφία της Μπητ Γενιάς, και για τον λατρεμένο Κέρουακ, μακαρίτη ήδη από το 1969.
            Πίνακες του Γκρέγκορι Κόρσο – ιδίως ένα τρίπτυχο με μορφές μελανειμονούσες, βγαλμένες από ελληνικά χρονικά έγκατα, δεσπόζουν πάνω από τα βιβλία του Άλαν. Ο Κόρσο έχει γράψει μερικούς συναρπαστικούς στίχους για την Ελλάδα, για την Αθήνα, για τον Παρθενώνα. Το ίδιο και ο Γκίνσμπεργκ, ας υπενθυμίσω.
Ο Άλαν απαντάει με τρόπο λίαν ευπροσήγορο, ενίοτε ειρωνικό, αν και η ειρωνεία δεν ακούγεται στις λέξεις, στη φωνή του, αλλά μονάχα λάμπει ενίοτε στα αεικίνητα και απίστευτα εκφραστικά μάτια του.
            Κάποια στιγμή, έχοντας μάλλον απαυδήσει από την έμμονη επιμονή και από την επίμονη εμμονή μας, ξεσπάει, γελώντας γέλιο ομηρικό. Όταν του περνάει το γέλιο, λέει με τη δυνατή οξύηχη φωνή του, «Μα έχετε τους πάντες εδώ, έχετε τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, τι σας νοιάζει το βρακί του Κέρουακ;» Και πριν προλάβουμε να συνέλθουμε, πιάνει και από στήθους αραδιάζει με προφορά ητακιστική καναδυό ραψωδίες της Ιλιάδας.
            Λίγο καιρό μετά, πήγα στου Καρούζου. Στη Σούτσου, στην Πλατεία Μαβίλη. Ήταν το νεγκατίφ, το αρνητικό όντως, της κατοικίας/βιβλιοθήκης του Άνσεν. Πρέπει να υπήρχαν το πολύ δέκα βιβλία, όλα κι όλα, στο κονάκι, στο υπόγειο υπερώο όπως το έγραψε, το έλαμψε, ο ίδιος ο Νίκος. Μάλιστα, τοποθετημένα έτσι που να μην μπορείς να αντιληφθείς περί τίνος πρόκειται. Οι ράχες δεν φαίνονταν, τα βιβλία δεν έμαθα ποτέ ποια ήσαν. (Αργότερα, πλούτισα την σχεδόν ανύπαρκτη βιβλιοθήκη του Νίκου με έναν δεμένο Φάουστ στα γερμανικά που του δώρισα ένα βράδυ). Διέκρινα ένα τεύχος του περιοδικού Πάνθεον – πώς διάολο να βρέθηκε εκεί; και γιατί; Ερωτήματα που έμειναν αμφότερα αναπάντητα. Πάντως, και όπως ξέρουν πολύ καλά όλοι όσοι τον γνώρισαν από κοντά, ο Καρούζος είχε όλα τα βιβλία του κόσμου μες στο μυαλό του, είχε κατορθώσει με την τεράστια μνήμη του να καταστήσει τον νου του μια πάντα έτοιμη να χρησιμοποιηθεί βιβλιοθήκη – ο Καρούζος εφοδίαζε από τότε τις αποθήκες του ουρανού με τα μαλάματα της ποίησης και του στοχασμού.
            Οι δύο αντίθετες βιβλιοθήκες, του Άλαν και του Νίκου. Η πιο γεμάτη και η πιο άδεια. Πλούσιες και οι δύο.
Ο Άλαν Άνσεν, γεννημένος στην Αμερική στις 23 Ιανουαρίου του 1922, άφησε, εδώ στην Αθήνα, την τελευταία του πνοή, στις 12 Νοεμβρίου του 2006, έχοντας ζήσει πάνω από σαράντα χρόνια στην Ελλάδα.
            Ο Νίκος Καρούζος είναι η Ελλάδα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 11/ΧΙΙ/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου