Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Générique / Ζενερίκ / Διαβάζω


[Η μόνιμη στήλη μου στο Διαβάζω. Από τις αποκεντρωμένες, μα εξόχως κεντρικές εκδόσεις λογείον κυκλοφόρησε το βιβλίο μου Générique / Ζενερίκ με επιλεγμένα κείμενα της στήλης]

Νιτσεράδα



νιτσεράδα (η) 1. πανωφόρι κατασκευασμένο από μουσαμά, το οποίο είναι αδιάβροχο και συνήθ. το φορούν για προστασία οι ναυτικοί ΣΥΝ. αδιάβροχο 2. (γενικότ.) κάθε είδους κάλυμμα κατασκευασμένο από μουσαμά.
Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

Πόσο γεράσαμε κιόλας; Πόσο πιο νέοι θα γίνουμε ακόμη;
Νίτσε, Τελευταίες Επιστολές

Ο σημαντικότατος δημιουργός, ο Ούγγρος φιλόσοφος των εικόνων, ο σκηνοθέτης Béla Tarr εμπνέεται από το περιβόητο περιστατικό με τον Νίτσε και το άλογο στο Τορίνο. Στα 1889. Ο κλονισμός και η κατάρρευση του μεγάλου στοχαστή και ποιητή. Ο Béla Tarr, στην τελευταία (πιο πρόσφατη αλλά και έσχατη – όπως για πρώτη φορά εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα πριν από μερικά χρόνια) φιλμική δημιουργία του, στο αριστούργημα Το Άλογο του Τορίνο, καταπιάνεται με το δράμα της υπάρξεως σε έναν κόσμο όπου η ύπαρξη του δράματος μοιάζει να εξαλείφεται από τις απανωτές παρατάξεις εικόνων φρίκης και την εναλλαγή τους με εικόνες ηλιθιότητας και χαμέρπειας. Ο Tarr εστιάζει στο άλογο και με πλάνα πλαστικότητας απαράμιλλης μας υπενθυμίζει να είμαστε –να σκεφτόμαστε, να πράττουμε, να αισθανόμαστε σαν– άνθρωποι.
            Μιλάει ο Béla Tarr: «Τορίνο, 3 Ιανουαρίου 1889: ο Φρίντριχ Νίτσε βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού που διαμένει, στην Οδό Κάρλο Άλμπερτ 6. Πιο κει, ο οδηγός ενός δίτροχου κάρου έχει πρόβλημα με το πεισματάρικο άλογό του. Όσο κι αν το τσιγκλά, το άλογο αρνείται να κουνηθεί. Ο οδηγός χάνει την υπομονή του, το μαστιγώνει. Ο Νίτσε μπαίνει στη μέση για να δώσει τέλος στη βίαιη σκηνή, αγκαλιάζοντας το λαιμό του αλόγου, κλαίγοντας. Ο σπιτονοικοκύρης του τον παίρνει στο σπίτι, τον βάζει να ξαπλώσει ακίνητος και σιωπηλός για δύο μέρες, μέχρι που ο Νίτσε θα μουρμουρίσει τα απαραίτητα τελευταία του λόγια και θα ζήσει για ακόμα δέκα χρόνια, βουβός και παράφρων, με τη φροντίδα της μητέρας του και των αδελφών του. Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε το άλογο».
            Αφορμή η ταινία, και τα λόγια του Béla, τα τόσο ανθρώπινα –dignity, αξιοπρέπεια, ήταν η λέξη που έλεγε και όλο έλεγε στο τριήμερο που περάσαμε παρέα– αφορμή πολύτιμη να σκαλίσουμε κάποια πρόσφατα βιβλία, να αναζητήσουμε λέξεις έμπειρες και έμπυρες, φράσεις πυρωμένες, σπαράγματα εμπρηστικά του συγκλονισμένου και συγκλονιστικού λόγου του Νίτσε και των μελετητών του. Μια νιτσεράδα, ένα αδιάβροχο, ένας προστατευτικός μουσαμάς από λόγια, μια άμυνα στη βροχή των αθλιοτήτων.
            Νίτσε: «Η ζωή χωρίς μουσική είναι  απλώς ένα λάθος, μια ταλαιπωρία, μια εξορία» [Τελευταίες Επιστολές, 1887-1889, μτφρ. Αιμιλία Μανούση, εκδ. Άγρα].
            Νίτσε: «Ζαλισμένα τα βλέμματά μας αναζητούν αυτό που μόλις χάθηκε~ γιατί αυτό που βλέπουν μοιάζει σαν να βγήκε από κάποιο πηγάδι για να ανέλθει σε ένα χρυσό φως, πλήρες και δροσερό, γεμάτο δυνατή ζωή κι απερίσταλτη επιθυμία. Η Τραγωδία στέκει καταμεσίς αυτής της περίσσειας ζωής, οδύνης και χαράς, σε υπέροχη έκσταση, αφουγκράζεται ένα μακρινό βαρύθυμο τραγούδι – μιλάει για τις Μητέρες του Όντος, που τα ονόματά τους είναι: Αυταπάτη, Βούληση, Οδύνη» [Η Γέννηση της Τραγωδίας ή Ελληνισμός και Απαισιοδοξία, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλλος, Εισαγωγή Γιώργος Φαράκλας, Επίμετρο Μάρκος Τσέτσος, Pierre Osmo, εκδ. Εστία]
Άλλαν Πέρσυ: «Ο φιλόσοφος έρχεται αντιμέτωπος με τον πόνο και προσπαθεί να βγάλει από αυτόν όφελος με τη μορφή της γνώσης. Ακόμα και οι σκληρότερες στιγμές της ύπαρξης, όπως μια σοβαρή απώλεια, είναι μια ανοιχτή πόρτα σε κάτι που χρειαζόταν να μάθουμε» [Νίτσε – 99 Μαθήματα Καθημερινής Φιλοσοφίας, μτφρ. Αγαθή Δημητρούκα, εκδ. Πατάκης]
            Στέλιος Ράμφος: «Ο εγκληματίας βρίσκεται στο ύψος της πράξεώς του όταν της αφαιρή κάθε ηθικό χαρακτηριστικό. Αν νοιώθη τύψεις αυτοακυρώνεται. Ο Νίτσε θέλει να λειτουργούμε σύμφωνα με την πράξι και με το ύψος της παρορμήσεώς της. Από την στιγμή που μπαίνει το ηθικό συναίσθημα, η ίδια η πράξι απαξιώνεται» [Νίτσε για καλό γούστο, εκδ. Αρμός]

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 15/05/2001

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου