Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Ρωμανός Σκλαβενίτης γράφει για το Έμφυτο Ελάττωμα


H μυθολογία της πόλης δονείται 
 
[Φωτογραφία: Babassakis]


Το Έμφυτο Ελάττωμα (μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Καστανιώτης) δεν είναι μόνο το βιβλίο μιας εποχής· είναι και το βιβλίο μιας πόλης: του Λος Άντζελες. Πολλοί αποτυγχάνουν να το αντιληφθούν. Ο Τόμας Πίντσον [Thomas Pynchon] δεν γράφει για το L.A. επειδή το γνωρίζει καλά. Γράφει γι’ αυτό, επειδή το αγαπάει. Είναι κι αυτός από αυτούς τους λίγους που αγάπησαν ποτέ αυτή την πόλη. 
Στην πραγματικότητα, το Έμφυτο Ελάττωμα μπορεί να διαβαστεί σαν ένα χρονικό της πόλης, σαν μια σύνθεση με φιγούρες από το παρελθόν και το παρόν της. Το Λος Άντζελες του Πίντσον είναι το Λος Άντζελες σε ολόκληρη τη μυθοπλασία. Το πεδίο του είναι η πόλη-ψευδαίσθηση, η πόλη-παραίσθηση.
Ό,τι καθόρισε το μονοπάτι του Λος Άντζελες, καθορίζει και τη μυθοπλασία του. Οι αρπαγές γης για το χτίσιμο νέων πρότυπων προαστίων. Άλλα έφθιναν, όπως η κοιλάδα του Σαν Φερνάντο όπου σήμερα γυρίζονται πορνό, παρά τους ύμνους του Bing Crosby, άλλα έλαμψαν όπως οι παραθαλάσσιες πόλεις του ράντσου San Pedro. Έπειτα, η αρπαγή του νερού με το υδραγωγείο του Μαλχόλαντ, η αποστραγγισμένη κοιλάδα Όουενς και το μουλιασμένο L.A. Το Λος Άντζελες: a lot of ex- neighborhoods.
H μυθολογία της πόλης δονείται στο Έμφυτο Ελάττωμα, όπως οι δονητές των κοριτσιών της κοιλάδας. Τα αρχικά του Larry Sportello, a.k.a. Doc διαβάζουν LSD, τον θησαυρό του ωκεανού. Το ίδιο το επίθετό του είναι ένα homage στον George Sportelli που τοιχογράφησε τους αυτοκινητόδρομους, την πόλη. Η Shasta Faye Hepworth, λίγο από Nastazia Kinski, λίγο από Faye Dunaway, λίγο από Katharine Hepburn ή μήπως Barbara Hepworth; Ο Mickey, το είδος του πάμπλουτου μεγιστάνα που ενδημεί στο L.A., παίζει το ρόλο του Bugsy Siegel. Ή μήπως της Sister Aimee Semple MacPherson; Η σημειολογία είναι φορές-φορές σκοτεινή.
Αρχιτεκτονικές follies. «Ducks», όπως θα έλεγε ο Ρόμπερτ Βεντούρι ή η αρχιτεκτονική ως σύμβολο: ο χρυσός κυνόδοντας στεγάζει τον «Χρυσό Κυνόδοντα». Κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι, το είδος που ο Ντάσιελ Χάμετ αποκαλούσε «ψυχικούς συμβούλους», ντυμένοι με παντελόνια καμπάνες, σνιφάροντας κοκαΐνη. Ο Σάγκυ και ο Σκούμπι-Ντου: το απόλυτο Hippie καρτούν. Διεφθαρμένο L.A.P.D. Χλεχλέδες νταβατζήδες που έχουν ένα μυστικό, μια ελπίδα να γίνουν ατζέντηδες στο Χόλυγουντ. Χάμπουργκερς με χασίς και σέρφερς σαν βιβλικές φιγούρες.
Στο Λος Άντζελες, τη La La Land, τα όρια ανάμεσα στην πραγματική ζωή (real life) και την κινηματογραφική ζωή (reel life) είναι θαμπά. Ο Λίο και η Ελμίνα Σπορτέλλο παριστάνουν τον Frank Chambers και την Cora Smith στα μοτέλ του αυτοκινητοδρόμου, η Σάστα Φέυ λέει το σκυλί της Mildred, όπως η Mildred Pierce: ο James M. Cain κάνει το πλήθος να παραληρεί. Ο Σέρλοκ Χολμς είναι τόσο ζωντανός όσο κι οποιοσδήποτε άλλος φανταστικός ήρωας. Στο L.A., η μόνη αλήθεια είναι το ψέμα.
Το Έμφυτο Ελάττωμα, ως έμφυτο ελάττωμα όντως, μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο στην ίδια την πόλη. Όλοι προμηνύουν το θάνατό της. Θα πεθάνει από την υπερ-έκταση, λέει ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ, θα την καταπιεί ο ωκεανός, λένε τα γεωλογικά της χαρακτηριστικά, θα καταστραφεί από την εξωγήινη εισβολή, λέει ο κινηματογράφος. Κι όμως, το Λος Άντζελες είναι αμύθητα μαγνητικό. Οι άνθρωποι είναι το μόνο που έχει. Αυτό το πλήθος των λόφων και της κοιλάδας, με τα παντελόνια ριγμένα στους αστραγάλους, που πατάει γκάζι στο δρόμο του ωκεανού, το τελευταίο σύνορο.
Στο Λος Άντζελες, το αυτοκίνητό σου γλιστράει στον εμετό της μέθης σου και πριν το καταλάβεις, σε κατασπαράσσει ο ωκεανός, τσακισμένο: the L.A. way of death. Υπάρχει μια πόλη πάνω στη θάλασσα/ το μασημένο ξέρασμα του ωκεανού στην ακτή/ Λος Άντζελες, είμαι δικός σου.

Ρωμανός Σκλαβενίτης

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Το Διήγημα Αντεπιτίθεται




Για τη συλλογή διηγημάτων 
«Κρυφές Ενοχές» 
του Δ. Γ. Μαγριπλή

[ φωτογραφία: Babassakis ]



 Ο συγγραφέας Δημήτρης Γ. Μαγριπλής είναι Διδάκτορας της Κοινωνιολογίας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το 2007 εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων υπό τον τίτλο Μαθήματα Κηπουρικής, Εκδόσεις Σοκόλη - Κουλεδάκη με το ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης. Το 2010 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Στα τέταρτα του χρόνου» από τις εκδόσεις Αντ. Σταμούλη στη σειρά Χρώμα και Λόγος, σε συνεργασία  με την εικαστικό Α. Κοκκονάκη.
        Η  δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Κρυφές Ενοχές, της σειράς «Επί-γνωση» του «Εκδοτικού Οίκου Αντώνη Σταμούλη» 2011, κυκλοφόρησε με το πραγματικό του όνομα. Για την πολύ καλή εμφάνιση του βιβλίου υπεύθυνη είναι η εικαστικός Αγγελική Κοκονάκη, που έργο της κοσμεί το εξώφυλλο. Η συλλογή αποτελείται από  17 διηγήματα, τα οποία μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής :
1. Αφηγήσεις προφανέστατα αυτοβιογραφικές του συγγραφέα («Καβαλλότι» και «Ερεχθείου γωνία» και «Κρυφές Ενοχές» ).
2.  Αφηγήσεις για την ελληνική κοινωνία, πρίν από την τελευταία οξύτατη οικονομική (και όχι μόνο) κρίση. («Εθνική Αποστολή», «Το μονοπάτι του ελαφιού», «Είδη Δώρων», «Για την ανάπτυξη της υπαίθρου» ). Αυτή η κατηγορία διηγημάτων είναι η πιο σημαντική απ’ όλες  και διακινδυνεύω να πω, ότι οι υπόλοιπες είναι εν γένει «δορυφόροι» ακριβώς αυτής της κατηγορίας.  Όπως :
Α)   Αφηγήσεις από το ιστορικό παρελθόν (το πιο μακρινό, όπως «Το νησί του μυστηρίου» , αναφορά στη Μνήμη του Μαρτυρίου της Μακρονήσου και το πιο κοντινό, όπως το «Ιστορίες Μορέων», όπου ο ήρωας γίνεται Κοινοτάρχης επί Δικτατορίας).
Β) Αφηγήσεις με ιδιαίτερο θέμα («Κι όμως κάτι μας έλειπε», ένα διήγημα «εκκλησιαστικής φαντασίας» και επίσης το «Προσκυνητές στο Άγιο Όρος» )
Γ) Αφηγήσεις  «οικολογικής φαντασίας» με αγάπη για τα ζώα  («Λαικό δικαστήριο», «Πετούμενη Γλαύκα» ).

        Προς το τέλος του βιβλίου παρατίθενται  αφηγήσεις «ποιητικές» - «ονειρικές», όπως ο «Εξωγήινος» και η «Φεγγαρόλουστη». Άλλος μπορεί να τις έλεγε «πεζά ποιήματα». Πάντως έχουν πιο χαλαρή σύνδεση με τα υπόλοιπα διηγήματα. Διασώζονται όμως στην συλλογή, λόγω ακριβώς της ποιητικής ευαισθησίας τους, που βρίσκεται σε αντίθεση με άλλες ιστορίες ρεαλιστικής γραφής που προηγούνται!
        Παρόλο που το υλικό του συγγραφέα δεν είναι μονοθεματικό, το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένει αμείωτο. Βέβαια, μπορεί κανείς να ισχυριστεί, ότι με βάση τα 2-3 διηγήματα του κάθε τύπου μπορούν να χτιστούν κάπου πέντε συλλογές διηγημάτων. Ο συγγραφέας προφανώς δεν ενδιαφέρθηκε για κάτι τέτοιο και σε αυτήν την πολυθεματική συλλογή  μας παρουσιάζει ένα πανόραμα των αντιλήψεών του γύρω από το πώς πρέπει να είναι το διήγημα σήμερα.
          Το θέλει  με παραδοσιακή στρωτή αφήγηση, με ρέουσα και απλή γλώσσα, χωρίς εντυπωσιασμούς και νεολογισμούς. Με θέματα απλά, σε πρώτη ανάγνωση ίσως και απλοϊκά, που όμως στη δεύτερη ανάγνωση πραγματικά στέκονται στα πόδια τους σταθερά και μιλούν για αυτό που θα ονόμαζε κάποιος Νεοελληνική Μεταπολιτευτική Περιπέτεια, ενίοτε και με αναφορές σε ένα πιο μακρινό ιστορικό παρελθόν.
          Είναι διηγήματα πολιτικά κατά βάση και διέπονται από ένα βαθύτατο ανθρωπισμό για μια κοινωνία η οποία τελικά οδηγήθηκε σε πλήρες αδιέξοδο. Όπως όλοι πλέον παραδεχόμαστε και υποφέρουμε γι’ αυτό στην Ελλάδα του 2011, που ισορροπεί με δυσκολία λαμβάνοντας δάνεια από το Εξωτερικό και μην ξέροντας πότε και εάν θα καταρρεύσει. Η  υπερκαταναλωτική, λοιπόν, κοινωνία, η προ της τελευταίας Κρίσης, απεικονίζεται γλαφυρά ιδιαίτερα στα διηγήματα «Το  μονοπάτι του Ελαφιού» και «Είδη Δώρων». Και μάλιστα είναι μια κοινωνία που φέρεται με βαναυσότητα προς το περιβάλλον. Αλλού, πάλι, ο Συγγραφέας   επιθυμεί να κάνει αναδρομές στο παρελθόν και να θυμίζει ότι κάποιες πληγές (Μακρόνησος) δεν έχουν κλείσει εντελώς, αλλά εξακολουθούν να βασανίζουν την συλλογική μνήμη.
           Ο Συγγραφέας, παιδί της Αθήνας, ευρισκόμενος σε ώριμη ηλικία να έχει εγκατασταθεί σε μια παραθαλάσσια πόλη, γράφει με συγκίνηση για την Φύση και για τον άδικο τρόπο με τον οποίο της φέρθηκε μέχρι στιγμής ο μέσος Έλληνας. Η Φύση εκδικείται! Τουλάχιστον αυτό δείχνει το διήγημα «Το λαικό δικαστήριο». Αλλά και η Φύση είναι γύρω μας για να την απολαμβάνουμε, εάν έχουμε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής μας («Πετούμενη Γλαύκα»).
            Δείχνεται στα περισσότερα διηγήματα η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής όπως διαπιστώνεται και από την διαφθορά της Δημοτικής Αρχής  («Το μονοπάτι του ελαφιού») ή ακόμη και την ανεπάρκεια και ανυποληψία της Διοικούσας Εκκλησίας («Κι όμως κάτι μας έλειπε»). Ειδικά στο διήγημα αυτό είναι εμφανής ο πόνος του Συγγραφέα για μια δυσάρεστη κατάσταση, μιας και γνωρίζει τα θέματα «από μέσα», αφού έχει σπουδάσει και Κοινωνική Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δείχνεται, όμως, ευτυχώς, και η εμπιστοσύνη στον Άνθρωπο και στην Κοινότητα ( «Εξωγήινος» και «Κι όμως κάτι μας έλειπε»).
           Διαβάζοντας το βιβλίο του Δ. Γ. Μαγριπλή για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται η δύναμη του καλού Διηγήματος, του κατ’ εξοχήν Ελληνικού Λογοτεχνικού Είδους, ήδη από τον 19ο αιώνα, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει παραμερισθεί από την κυριαρχία σωρείας μυθιστορημάτων – όχι πάντα ποιοτικών – στις εκδόσεις και κατά συνέπεια και στις πωλήσεις των βιβλίων. Η αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για το Διήγημα διακινδυνεύω να ισχυριστώ, ότι θα συνεχίσει να συμβαίνει, καθώς η Κρίση  μεγαλώνει. Γιατί συνήθως πατάει σε ρεαλιστική βάση και μιλά άμεσα στον αναγνώστη,  τουλάχιστον από την εποχή του Ροΐδη.           Από αυτή την άποψη χαιρετίζουμε από εδώ με χαρά κάθε νέα και ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων όπως η παρούσα και χαιρόμεθα για τις επανεκδόσεις των βιβλίων των μεγάλων διηγηματογράφων. Μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησαν τα Άπαντα των Διηγημάτων του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Σπουδαίο νέο, που σίγουρα θα προσθέσει κι άλλους αναγνώστες στο περιορισμένο έτσι κι αλλιώς σχετικό αναγνωστικό κοινό.

 Τάσος Μελίτης
Αθήνα, Σεπτέμβριος 2011

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα ποτήρι whiskey για τον Commander Pynchon

[Η μόνιμη στήλη μου Ζενερίκ, στο Διαβάζω του Σεπτεμβρίου]

Τσιμεντοενέσεις Αισιοδοξίας




Άλλωστε η Βίβλος δεν θα μπορούσε να εννοεί κάτι άλλο όταν μιλούσε για περπάτημα πάνω στο νερό, παρά μόνο το σέρφινγκ
Thomas Pynchon, Έμφυτο Ελάττωμα

Κακό πράμα η κατάθλιψη. Πολύ κακό, το στρίμωγμα. Χείριστο, η ολούθε σκοτεινιά, η πτώση πάσης προοπτικής, ο εγκλωβισμός στο Τίποτα του Πουθενά.  Και παρατηρώ, ολοένα και πιο έντιμα και έντονα, ότι μονάχα όσοι έχουν από χρόνια μείνει πιστοί στις προσηλώσεις τους, μονάχα όσοι το μποστάνι των εμμονών το καλλιέργησαν με εσαεί  εκνευριστική επιμονή, ναι, επίμονοι κηπουροί στο περιβολάκι πίστης πολυτελείας, που όμως γίνεται πλέον πίστη λυτρωτική, καθότι ανάσα μες στην πνιγηρότητα.
            Για να σκεφτούμε γιατί τελειώνει ένα μυθιστόρημα έτσι, με τούτη τη φράση: «Να διαλυθεί η ομίχλη, και αυτή τη φορά, με κάποιον τρόπο, να αφήσει πίσω της κάτι διαφορετικό».     Μια φράση λίαν αισιόδοξη, σε καιρούς μάλλον απαισιόδοξους. Μια φράση που δεν της λείπει το χιούμορ. Μια φράση που είναι κατακλείδα ενός μυθιστορήματος 435 σελίδων, τίγκα στη μουσική, στις πλάκες, στα αναπάντεχα επεισόδια, στο αναντάμ-παπαντάμ και τη γενεαλογία της ξέφρενης εκτυφλωτικής εκκωφαντικής τεμπελχανίασης –τεμπελχανιάσεως, με έμφαση στο: ιάσεως– που συνιστά το ύφος της Δεκαετίας του Εξήντα, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη.
            Τελειώνει έτσι γιατί αρχίζει με ένα ποιητικό τροχιοδεικτικό από τον Μάη του 68: «Κάτω από το λιθόστρωτο, η παραλία», επινοημένο ή από τον λεγόμενο «ποιητή των τοίχων», τον αριστοκράτη αναρχικό situationniste, τον Christian Sebastiani, είτε από τον ίδιο τον «στρατηγό» των εξεγερμένων, τον περιλάλητο Guy Debord.
            Τελειώνει έτσι, διότι ένα κατάστημα ειδικευόμενο στα είδη καπνιστού μαριχουάνας παίζει από τις πρώτες σελίδες και φέρει την ονομασία Το Ουρλιαχτό του Υπεριώδους Μυαλού, και διότι επίσης παίζει ένας αδιανόητος αλάνης Έλληνας που ακούει στο όνομα Τίτος Σταύρου, νοικιάζει ξεχαρβαλωμένες ψυχεδελικές λιμουζίνες, και ακούει μετά μανίας Ρόζα Εσκενάζυ από κασέτες στο στερεοφωνικό του αυτοκινήτου του. «Άκου την, τη λατρεύω αυτή την τύπισσα, ήταν η Μπέσι Σμιθ της εποχής της, τραγουδούσε με την ψυχή», λέει ο Τίτος Σταύρου. «Τι άτιμο μεράκι,  ποιος δεν το ’χει νιώσει αυτό, ρε φίλε; Μια ανάγκη τόσο απεγνωσμένη, τόσο εξευτελιστική, που ό,τι κι αν πεις γι’ αυτή θα είναι τρίχες».
            Εμπνέομαι από την διάπυρη αισιοδοξία του συγγραφέα, από τη διάθεσή του να συνθέσει ένα (ακόμα ένα, δηλαδή) βιβλίο όπου εκθειάζονται οι τόποι και οι τρόποι της αθωότητας, η ηθική που άδολου παιχνιδιού, η πολύχρωμη αμεριμνησία, το διαβολεμένα άοκνο έλα-να-δεις. Εμπνέομαι, ξανά και ξανά, από έναν κρεμανταλά, όπως τον φαντάζομαι, κομμάτι ανατσούμπαλο, εκ πεποιθήσεως και εκ γενετής, άμα λάχει, γαλανομάτη και λίαν φλύαρο και γελαστό, παρά τις περί  του αντιθέτου ανυπόστατες φήμες. Εμπνέομαι, ιδίως μεσούσης της κρίσεως και της ακατάσχετης υποκρίσεως, από έναν γεροπιτσιρικά, από έναν πιτσιρικόγερο, που σερφάρει πάνω σε γιγάντια τιρκουάζ κύματα προς τα εβδομήντα πέντε του χρόνια, που είναι υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας μονίμως τα τελευταία δέκα χρόνια, και που σύμφωνα με τις πλέον εμπεριστατωμένες  και τριπλοδιασταυρωμένες μελέτες και πληροφορίες είναι, αναντιρρήτως, Ο Συγγραφέας του Εικοστού Πρώτου Αιώνα.
            Ο λατρεμένος μας, που χαίρομαι γιατί κερδίζει ολοένα και πιο ωραίους πόντους μες στις ελληνικές αναγνωστικές καρδούλες, έγραψε το πιο αισιόδοξο βιβλίο των τελευταίων ετών. Και μας το δώρισε. Και ο μεταφραστής/αναδημιουργός, ο ξακουστός πια σε ορισμένους κύκλους της έλλογης παραφοράς, ο Γιώργος Κυριαζής, το γύρισε επιδέξια και μαγκιόρικα στα λαμπρά ελληνικά. Το Έμφυτο Ελάττωμα (εκδ. Καστανιώτης) είναι η πιο γκαγκάν-γκαγκάν υπενθύμιση ότι, φίλες και φίλοι, όσο κι αν μας στριμώχνουν η μέγγενη, το δόκανο, ο τροχός, η γκαρότα της αδίστακτης, αλλά χαζής, Πραγματικότητας του Χθαμαλού, τόσο θα μπορούμε να την κοπανάμε στο Καταγώγιο της Καταγωγής μας, δηλαδή να σερφάρουμε στα σύγνεφα. Να ’σαι καλά, Commander !

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 05/08/2011


Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

B for Borges


Borges



Συγγραφέας: Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Τίτλος: Άπαντα Πεζά
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα [2005]
Σελίδες: 760

Ζωή
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1899. Από μικρός λάτρεψε τα βιβλία και αφοσιώθηκε στα γράμματα. Μπόρεσε να πλάσει ένα ολόκληρο σύμπαν καμωμένο από λογοτεχνικούς, ήρωες, λαβυρίνθους, καθρέφτες, παιχνίδια με τον χρόνο. Έγραψε πεζογραφήματα, δοκίμια, και ποιήματα. Τιμήθηκε με πάμπολλα βραβεία, έδωσε διαλέξεις σε όλον τον κόσμο, αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα δεκάδων πανεπιστημίων. Έχασε την όρασή του, αλλά έτσι μπόρεσε να ονειρευτεί τον κόσμο σαν ένα πελώριο, περίπλοκο, και πολυπρισματικό λογοτέχνημα. Παντρεύτηκε δύο φορές. Πέθανε τον Ιούνιο του 1986, στην Ελβετία.

Άπαντα Πεζά
Στον τόμο αυτό συγκεντρώνονται κείμενα που έγραψε ο Μπόρχες από το 1935 έως το 1985. Είναι όλα ιστορίες γραμμένες με μια παραπλανητική απλότητα, καμωμένες έτσι που να οδηγούν τον αναγνώστη σε τοπία δαιδαλώδη, σε λαβυρίνθους προορισμένους να τον οδηγήσουν στην καρδιά μιας πρωτόγνωρης ευτυχίας. «Η λογοτεχνία είναι μια μορφή ευτυχίας», έλεγε. Διαβάζουμε εδώ για απατεώνες, μασκοφόρους, βασιλιάδες, προδότες, αιρετικούς. Διαβάζουμε για αλλόκοτους πλανήτες και για αντικείμενα με μαγικές ιδιότητες. Διαβάζουμε για όνειρα και για βιβλία που ανασύρθηκαν από τη λίμνη της λήθης. Διαβάζουμε, ακόμα, για τον ίδιο τον Μπόρχες, για το πώς έπλασε έναν κόσμο συνδυάζοντας την λεπταίσθητη φαντασία του με την λογοτεχνική παράδοση χιλιετιών. Πρόκειται για ένα σύμπαν από λέξεις όπου οι νόμοι της συμβατικής λογικής παραμερίζονται μέσα σε ένα κλίμα ειρωνείας και χλεύης. Πρόκειται για τα απόλυτα και εξόχως διασκεδαστικά παραμύθια των σύγχρονων καιρών.

Στυλ
Ο Μπόρχες καταφέρνει να καταπλήσσει τον αναγνώστη με έναν πετυχημένο συνδυασμό καινοτομίας και παράδοσης, με τη χρήση υλικών που έρχονται από πολύ παλιά, όπως η προφορικότητα της αφήγησης, και υλικών που είναι εξόχως πρωτότυπα, όπως το μπόλιασμα του ενός είδους από το άλλο, η επανειλημμένη προσφυγή στην παρωδία, το ανακάτεμα των στυλ. Έχει έτσι την ευχέρεια να παρουσιάσει τα πιο εξωφρενικά πράγματα ως απλά, καθημερινα, τετριμμένα, και αντιστρόφως τα απλά πράγματα, τους καθρέφτες, τα μαχαίρια, τα πιόνια του σκακιού, ως μυθικά, αλληγορικά, συμβολικά. Η μεγάλη προσφορά του Μπόρχες έγκειται στο ότι με τρόπο λίαν τερπνό εξοικειώνει τον αναγνώστη με όλη την ιστορία της λογοτεχνίας, δελεάζοντάς τον να αγαπήσει τα βιβλία και να διαισθάνεται άλλες, μυστικές, φανταστικές, ποιητικές διαστάσεις των πραγμάτων και των γεγονότων.

Ένα απόσπασμα
Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας~ δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσσει. Το Ίλιον υπήρξε, αλλά το Ίλιον επιζεί στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Με τον  καιρό, κάθε ποίημα γίνεται ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, γλιτώνοντάς μας από το άγχος της αναμονής, τους συναγερμούς και τους τρόμους της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι απο τους χαμένους παραδείσους.
[Από το αφήγημα «Κατοχή του Χθες», Άπαντα Πεζά, σ. 622]


Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Καπνισμένες Κάννες / Αστυνομικά, κ.ά.

[Χίλντα Παπαδημητρίου, Μισέλ Ουελμπέκ]



Καπνισμένες Κάννες



Κάννη (η) [καννών]  ΣΤΡΑΤ. το χαλύβδινο κυλινδρικό τμήμα φερόμενου όπλου, μέσα από το οποίο περνάει το βλήμα και εξακοντίζεται προς το στόχο.

Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας





Θελκτικά και λίαν ενδιαφέροντα, πάντα να κινητοποιούν το μυαλό, κάποια εγκλήματα. Όχι στην πραγματική πραγματικότητα, βέβαια, αλλά στη λογοτεχνία. Εγκαινιάζουμε μια στήλη, που εστιάζει στο έγκλημα. Εξάλλου, ενθαρρυντική είναι η δεξίωση του ελληνικού κοινού στα αστυνομικά/περιπετειώδη/κατασκοπευτικά/πολεμικά αναγνώσματα. Θα φροντίζουμε, ο γράφων που ανέλαβε την πρωτοβουλία, καθώς και φίλοι καλοί, να παρουσιάζουμε τέτοια αναγνώσματα με έναν γκρουπαρισμένο, μεθοδικό, συστηματικό τρόπο, επιλέγοντας τόσο από τις απολύτως φρέσκες όσο και από κατά τι παλαιότερες κυκλοφορίες.

            Αρχίζουμε, λοιπόν, με βιβλία, κοινό σημείο των οποίων είναι η σχέση του εγκλήματος με την Τέχνη. Ναι, με την Τέχνη, και δη με την Ζωγραφική, με τη Λογοτεχνία, και με τη Μουσική, και με τον Κινηματογράφο.

           

Έγκλημα & Μουσική: Ύστερα από λαμπρή θητεία στη μετάφραση και με εγνωσμένη αγάπη για τη μουσική σε όρια ασύστολης βινυλιολατρίας, η Χίλντα Παπαδημητρίου (1957) έρχεται να πλουτίσει την ολοένα και πιο πλούσια ερωτοτροπία των Ελλήνων με το αστυνομικό ανάγνωσμα. Για μια χούφτα βινύλια (εκδ. Μεταίχμιο). Η πλοκή σπιντάτη και σπινταρισμένη, όπως και η αφήγηση, με πρωταγωνιστές κάποιους εναπομείναντες μανιακούς της μουσικής όπως μας την δίδαξαν τα 180 γραμμάρια του εκάστοτε βινυλίου. Όλα γύρω από ένα δισκάδικο στη μεθόριο Εξαρχείων-Κολωνακίου, όλα γύρω από ένα παρελθόν που εμμένει στο παρόν αρνούμενο να χαθεί σαν δάκρυ στη βροχή, όλα γύρω από θανάτους που αναστατώνουν μια μικρή κοινότητα ρεκτών του βινυλίου.

            Όλοι οι χαρακτήρες, αγγιγμένοι από το μαγικό ραβδί της Χίλντας, τρέχουν με το Ντεσεβό του ρομαντισμού στη δημοσιά της παρακμασμένης, αλλά ευτυχώς ακόμη ζωντανής, τσαλακωμένης ιπποσύνης της μεγαλούπολης. Ακόμα και με δανεικούς καημούς δεν παύουν να είναι ευαίσθητοι, να μπαινοβγαίνουν στα πάθη τους, να τα αναμοχλεύουν, να κάνουν τσάρκες στο άλλοτε για να αντέχουνε το νυν. Κάπου μαζί τους, θέλοντας και μη, αλλά πιο πολύ θέλοντας, περιφέρεται ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος – μακάρι η συγγραφέας να μας δώσει κι άλλες περιπέτειες του εν λόγω αστυνόμου. Ο Νικολόπουλος έχει τα τικ του, όπως κάθε χάρτινος ήρωας τέτοιων αναγνωσμάτων: τρώει γιουβαρλάκια και μουστοκούλουρα, πίνει κόκα-κόλα, καταβροχθίζει νουάρ, κυρίως την κιτρινόμαυρη σειρά του εκδόσεων Λυχνάρι, και ακούει Beatles. Και ζει, ακόμη, με τη μαμά του. Και υποχρεούται τώρα να εξιχνιάσει φόνους μετά μουσικής. Η συνέχεια στις 383 σελίδες του μυθιστορήματος!

           

Έγκλημα & Ζωγραφική: Μέταλλο η πρόζα του, με ποιητικές εκλάμψεις πάντα, και αιχμές κοινωνιολογικής οξύνοιας. Μισέλ Ουελμπέκ (1958) Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του: Ο Χάρτης και η Επικράτεια, μτφρ. Λίνα Σιπητάνου, εκδ. Εστία. Θύμα θηριώδους θυμηδίας, η ζωγραφική. Ο Ουελμπέκ επινοεί τον Ζεντ Μαρτέν, έναν αγέλαστο καλλιτέχνη ο οποίος διανύει σχεδόν όλες τις εικαστικές επικράτειες επιχειρώντας, ενίοτε με μπλαζέ ύφος, να χαρτογραφήσει το χάος της μεταπολεμικής εποχής. Σπαρταριστή η αφήγηση σε πολλά σημεία, σε άλλα να είναι ένα πολύχρωμο παζλ που πρέπει να συνθέσεις, εντέλει να γίνεται «ένας νοσταλγικός διαλογισμός πάνω στο τέλος της βιομηχανικής εποχής στην Ευρώπη και γενικότερα στη φθαρτή και προσωρινή φύση κάθε ανθρώπινου τομέα παραγωγής» [σ. 419]. Ο Μαρτέν γνωρίζει τον «Μισέλ Ουελμπέκ» – ναι, ο συγγραφέας πρωταγωνιστεί στο ίδιο το μυθιστόρημά του! Ο «Μισέλ Ουελμπέκ» αναλαμβάνει να γράψει το κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης των έργων του Μαρτέν με έργα της Σειράς Απλών Επαγγελμάτων. Λίγο μετά τον καλλιτεχνικό και οικονομικό θρίαμβο του καλλιτέχνη, και σε ένα γαλλικό χωριό τίγκα στη φιλοσοφία και την τέχνη (δρόμοι και πλατείες φέρουν τα ονόματα όπως Ιμμάνουελ Καντ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Λάιμπνιτς, Παρμενίδης, κτλ) θα βρεθεί δολοφονημένος ο συγγραφέας της Πλατφόρμας και των Στοιχειωδών Σωματιδίων.

            Ο Ουελμπέκ φλερτάρει ελαφρώς με το αστυνομικό ανάγνωσμα, αλλά με τον τρόπο που το έκανε ο Peter Handke: ως κριτική σε δεινά των καιρών, αλλά και με ένα σκαμπρόζικο κλείσιμο του ματιού στο είδος. Είναι παρόν και το θρίλερ μέσα από την ανατριχιαστική «τεχνοτροπία» στη δολοφονία του «Μισέλ Ουελμπέκ», που όμως διανθίζεται με ένα νοήμον χιούμορ φιλοτεχνημένο με πινελιές/αναφορές στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης (π.χ. τα τεμάχια του πετσοκομμένου πτώματος συν το αίμα σχηματίζουν κάτι που θυμίζει έργο του Τζάκσον Πόλοκ – φαντάζομαι τα γέλια του Ουελμπέκ όταν θα έγραφε αυτές τις αράδες!)

            Ο Χάρτης και η Επικράτεια είναι, παρά το άγριο φονικό, το πιο μειλίχιο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ. Και το πιο παιγνιώδες. Ο αναγνώστης θα συναντήσει πολλές μορφές της τέχνης και του στοχασμού των τελευταίων δεκαετιών (Λε Κορμπυζιέ, Βίτγκενσταϊν, Τζεφ Κουνς, Ντάμιεν Χερστ), σκληρές αλλά εύστοχες παρατηρήσεις για το σύμπαν/κύκλωμα των εικαστικών πραγμάτων, μια αστυνομική έρευνα που μας πείθει ότι ο Ουελμπέκ μπορεί μια χαρά να ανταλλάσσει χειραψίες με τον Manchette, τον Izzo, και τον Attia.  Η ζωγραφική γίνεται αιτία να σκοτωθεί βίαια ένας συγγραφέας. Αλλά γίνεται και αφορμή να ξετυλίξει ο Ουελμπέκ καίριες σκέψεις για την κατάσταση της σύγχρονης κοινωνίας και την σχέση της τέχνης και με την καθημερινή ζωή.



Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης



ΥΓ. Στο επόμενο: Έγκλημα και Λογοτεχνία, Έγκλημα και Κινηματογράφος.





Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Merzbau / Η Στήλη του Σβίττερς / Πάμε προς Αύγουστο!

Merzbau / Η Στήλη του Schwitters







Εσκέπτετο το άστατον των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ασκ ολσούν τσιβιρινέκ. Χαρά σ’ εκείνον που ξέρει να τον γυρίζη, τον κόσμον αυτόν.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο Ξεπεσμένος Δερβίσης

*   *   *

Θέρος/Θάρρος. Πίνω κόκα-κόλα ληγμένη από τον Μάιο, διαβάζω σουηδικά αστυνομικά, ακούω μετά μανίας Thurston Moore. Μας είχε κεράσει ένα ολισθηρό άσμα για τον Gregory Corso, τον πιο Τραχύ Αλάνη των Beat. Τώρα μας δωρίσει έναν ύμνο για την ποιήτρια, και σύντροφο του μέγιστου Arthur Cravan, τη Mina Loy. Ανακαλύπτω τον Steven Jesse Bernstein, παλιόφιλο του William S. Burroughs – ένας σκοτεινός ποιητής της άλλης μεριάς. Εντοπίζω Έλληνες να διαδραματίζουν μυστήριους ρόλους σε περιπετειώδη αναγνώσματα. Ο αδιανόητος Τίτος Σταύρου, στο Έμφυτο Ελάττωμα του Thomas Pynchon [μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Καστανιώτης]. Ένας Έλληνας, μια Ελληνίδα, και η Αθήνα πρωταγωνιστούν στην νουάρ νουβέλα Ένα Παράξενο Καλοκαίρι του Κώστα Καλφόπουλου [εκδ. Άγρα]. Και ο αστυνομικός, αλλά και κατάσκοπος, ερωτύλος και ανθρωπιστής Κωνσταντίνος Ζαννής κατακλύζει τις σελίδες του συναρπαστικού μυθιστορήματος Οι Κατάσκοποι των Βαλκανίων του Alan Furst [μτφρ. Χριστιάννα Σακελλαροπούλου, εκδ. Πατάκης]. Και στη σελίδα 46 του μυθιστορήματος τρόμου & αγωνίας Γένεσις 1:26 του Lucas Marmaduke [μτφρ. Ιωάννης Πλέξίδας, εκδ. λογείον] ανακαλύπτω έναν εστιάτορα ελληνικής καταγωγής. Για αυτά τα βιβλία θα μιλήσουμε εκτενώς τις επόμενες Παρασκευές, εδώ, στο Bookspotting.

*   *   *

Ο The Boy: ποιητής, με την ένταση της Ηλιοθεραπείας, ένα ηχητικό παρανάλωμα ψυχής με ασπρόμαυρες φωτογραφίες να πέφτουν απανωτά στα καντράν μιας ξεχαρβαλωμένης κοινωνίας. Μαζί, συγγραφέας – ένα μυθιστόρημα που αγκομαχάει, με πυρετικούς ρυθμούς, από τον The Boy, ένας καταιγισμός εικόνων, πάλι ασπρόμαυρων, μεταλλικών. «Σαν τον Τσάπλιν με τα ξεσκισμένα του κοστούμια. Σαν τον Μόρισον με το δερμάτινό του παντελόνι. Σαν ένα γυμνό κορίτσι σε εξώφυλλο περιοδικού». Από την Inner Ear. Επίσης από την Inner Ear, ο επινοητικότατος King Elephant, βρόμικη πειραγμένη ιλιγγιώδες jazz από ένα τεθλασμένο ταξίδι στην άκρη της νύχτας. Υποκλίνομαι. Αναζητούμε όλα τα έργα που φέρουν την μερακλίδικη υπογραφή της Inner Ear. Ψάξτε: www.inner-ear.gr

*   *   *

Τρία πολύτιμα έντυπα: ποιητική (με άξονα πάντα τον Χάρη Βλαβιανό, ο οποίος μεταφράζει T.S. Eliot, τα περιλάλητα Τέσσερα Κουαρτέτα). αληthεια, με ένα αφιέρωμα στον Alain Badiu και άλλο ένα στην ανάγνωση του Κλεμμένου Γράμματος του Poe από τον Jacques Lacan. Το Δέντρο, με σελίδες για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Και όσιος και αλήτης.

*   *   *

Μείζον εκδοτικό γεγονός, οι Ύμνοι του Ρωμανού Μελωδού, γυρισμένοι στα νέα ελληνικά θαυμάσια από τον αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη. Από τις εκδόσεις Αρμός. Όπου οι λέξεις γίνονται νότες, και σε κατακλύζει η μελωδία τους. Ίσχυσαν όμματα των γηγενών  ουράνιον θεωρήσαι μορφήν~ κατείδον βλέφαρα πηλίνων του αύλου φωτός την ακτίνα την άστεκτον. Και: Μπόρεσαν ανθρώπινα μάτια ουράνια μορφή ν’ αντικρίσουν. Ατένισαν των χωματένιων τα βλέφαρα του αύλου Φωτός την αβάσταχτη αχτίδα. Θα επανέρχομαι εδώ στου Μελωδού τις μελωδίες. Είναι θησαυρός.

*   *   *

Καλό Σαββατοκύριακο,
Φίλες & Φίλοι
Των
Βιβλίων!

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Générique / Ζενερίκ / Διαβάζω






Οι Λέξεις και τα Θαύματα




Ο Κάλβος όμως ανθίσταται απολύτως
Γιάννης Βαρβέρης



Οι απώλειες να μας εξοικειώνουν με την αθανασία των δημιουργών. Οι ποιητές, είτε με το χαρτί και το μολύβι το παλεύουν, είτε με το βινύλιο, είτε με τις παρτιτούρες, είτε με το σελιλόιντ, είναι αθάνατοι. Ναι, αθάνατοι είναι, καθότι της μη συμμορφώσεως άγιοι, ως ήθελεν ο Εμπειρίκος.
            1955-2011. Γιάννης Βαρβέρης, αθάνατος: «Ε, ναι αυτοδίδακτοι είμαστε όλοι. Αλλά η εποχή έχει πια τελείως άλλα μοντέλα. Κι εγώ ψάχνω σε όλη την Αθήνα να βρω ένα σταυροκουμπωτό σακάκι, μονόκουμπο, πώς το λένε. Δεν υπάρχει κανένα, πουθενά. Μόνο τρίκουμπα, αυτά τα γιάπικα που φοράνε πια όλος ο κόσμος, οι πάντες» (Η Λογοτεχνία ως Σινεμά, εκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2011 – συζήτηση με τον Σωτήρη Κακίση και τον Γιώργο Πανουσόπουλο).
            1923-2011. Χόρχε Σεμπρούν, αθάνατος: «Δεν πρέπει ν’ αφήσεις τούτη τη σιωπή να παγώσει, σαν ένα στρώμα πυκνό από ζελατίνα πάνω στα αντικείμενα, στις χειρονομίες, έλα, σάλεψε, κάνε κάτι, μίλησε, προκάλεσε, ανακίνησε» (Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1983).
            Από παντού πια επιβάλλεται, τείνει να επιβληθεί, μια παγωμάρα (καίτοι θέρος), μια σιωπή των συναισθημάτων, μια αφλογιστία των λέξεων. Άντε να πεις σήμερα «πυλώνας», «υπέρβαση», «επανεκκίνηση», «διαβούλευση», έτσι που μπογιατίστηκαν οι λέξεις από ξεχαρβαλωμένους πολιτικούς. Ενώ με συγκίνηση θα πεις «σακάκι μονόκουμπο» ή «Δεν πρέπει», όπως, μόλις πιο πάνω, βλέπεις πώς μιλάνε οι ποιητές, πώς σώζουν στιγμές, πώς τις λέξεις τις κάνουν παλμό και συγκίνηση.
            Η ήττα γεννάει κακοβουλία. Αλλά γεννάει και μια δημιουργική μελαγχολία, μιαν αγέρωχη σοφία, σαν αυτή των blues, που η νίκη ποτέ δεν μας προσφέρει. Μπορείς να πεις, η νίκη έχει κομμάτια κιτς, μια χλαπαταγή χαζομάρας, κάτι από παιδοβούβαλο. Ενώ η ήττα, το τσαλάκωμα όπως επιμένει να λέει ο Θάνος Σταθόπουλος, ποιητής των λέξεων και των εικόνων, το στριμωξίδι, το στραπατσάρισμα, ακόμα και η πτώση, η κατρακύλα, σε φέρνουν ποιο σιμά στο τραγούδι, στο βράχνιασμα του βλέμματος, στο άνοιγμα στον άλλον, με μια λέξη (λησμονημένη, για δες!): στην αγάπη. Την αγάπη που οι ποιητές την ψάλλουν, ξανά και ξανά, και δεν την αφήνουνε από τα εικοσιτετράωρά μας να χαθεί.
            Μες στο λαχάνιασμα, το αγκομαχητό των καιρών, νομίζει κανείς ότι χάνεται των λέξεων η μελωδία,  ότι τσακίζεται στις ξέρε η λέμβος της αγάπης, ότι στις λόχμες δαπανάται η δημιουργικότητά μας. Όμως όχι. Όχι πάντα. Όχι συνέχεια. Ξαναπιάνουμε (σάμπως τον αφήσαμε ποτέ;) τον Αλέξανδρο Αδαμαντίου Εμμανουήλ – και χαιρετίζουμε την νέα, αλλά ευπρόσδεκτα βασισμένη σε αυτή του Δόμου, έκδοση των Απάντων του από το Βήμα/βιβλιοθήκη, με την αξιέπαινη φροντίδα της Ελένης Κεχαγιόγλου.
            1851-1911. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αθάνατος: «Εσηκώθην, αισθανθείς ρώμην τινά, κ’ έφερα ολίγους γύρους περί τον αιγιαλόν, και την μικράν κοιλάδα, βλέπων πόσον η ζωή ήτο γλυκεία, εις τα ωραία, τα έρημ’ ακρογιάλια της πτωχής νήσου μου. Αύρα εφύσα εις τους θάμνους τους μυρωμένους, το κύμα έπαιζε μαλακά εις την άμμον, ή έπληττε με φλοίσβον τους χαμηλούς βράχους, στρουθία εκελαδούσαν εις τα δένδρα, και τρυγόνια ερημικά έφευγον με ταχύν θρουν ανάμεσα εις τας πυκνάς λόχμας. Μετά εν τέταρτον της ώρας, μ’ έκραξεν ο Αταίριαστος».
            Οι λέξεις κάνουν θαύματα. Οι λέξεις είναι θαύματα. Οι λέξεις είναι το αερόπλοιό μας προς τα πέρατα της έσω οικουμένης. Οι λέξεις είναι ό,τι μας φέρνει πιο κοντά τον έναν στον άλλον, και όλους μαζί προς την ουσία του ανθρώπου, προς το τραγούδι που ξεγελάει τον χρόνο, όπως έλεγε ο Andre Breton, που σημαίνει προς το άχρονο πέρα από τη γεύση του χρόνου, προς την αιωνιότητα μέσα από τη γεύση, και τη βία, του χρόνου.
            Θέρος. Και, ναι, η θάλασσα είναι ποίηση αέναη, κινούμενη μυσταγωγία, χρυσαφένια και γαλάζια πανδαισία. Αλλά εμείς, μαζί με το ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη, πάντα στο βουνό: «Εξάλλου εγώ δεν κολυμπώ/ διότι δεν είμαι ψάρι/ – Βουνό λοιπόν/ αναφώνησε ο κύριος Φογκ/ και γύρισε από την άλλη μεριά/ την πολυθρόνα του».
           

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 14/06/2011