Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Book Reviews. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Book Reviews. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Ο Μπαμπασάκης γράφει για τον Georges Simenon

Η Αλήθεια έχει τον τρόπο της




George Simenon, Οι άγνωστοι μέσα στο σπίτι
Μετάφραση: Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις: Άγρα

Ζορζ Σιμενόν, ένας θρύλος. Έζησε ανάμεσα στα 1903 και 1989, απόλαυσε αμέτρητες ερωμένες, έγραψε δεκάδες χιλιάδες σελίδες. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο Χένρι Μίλερ καταβρόχθιζαν με επιμελή μανία τα βιβλία του.. Τον διαβάζαμε κι εμείς, έφηβοι, στα κιτρινόμαυρα τομίδια των εκδόσεων Λυχνάρι. Τώρα, επανερχόμαστε, τον διαβάζουμε με άλλο μάτι.
            Καίτοι δεξιών πολιτικών  φρονημάτων, ο Σιμενόν, όπως και ο Μπαλζάκ, γίνεται ανατόμος της αλλοτρίωσης. Μέσα από πλοκές που έχουν την απλότητα των μπλουζ, ωθεί τους ήρωές του στο χείλος του γκρεμού, στου βαρελιού τον πάτο, και, χωρίς σχέδιο ή πρόγραμμα, μέσα από ένα τυχαίο συμβάν, αυτοί θα βρούνε την αλήθεια τους, τη δική τους αλήθεια, όσο αταίριαστη κι αν είναι με την εποχή ή με τις κοινωνικές επιταγές.
            Στο παρόν μυθιστόρημα ένας ήπιος αλλά παραιτημένος αλκοολικός δικηγόρος, ο Εκτόρ Λουρσά, ζει με τη σκιά των αναμνήσεων, με μιαν αχανή βιβλιοθήκη που θα ζήλευε ο Μπόρχες, και με την Νικόλ, τη θυγατέρα του. Διαβάζει, τρώει, πίνει, κοιμάται, δεν μιλάει, δεν επικοινωνεί, δεν αναζητεί, σχεδόν δεν υπάρχει, απλώς σέρνεται μες στην αλληλουχία των δευτερολέπτων.
Ένα αναπάντεχο γεγονός, η εύρεση ενός πεθαμένου μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τον οδηγεί στη συνειδητοποίηση, στη σκέψη, στη δράση, στην επικοινωνία με την Νικόλ και τους γύρω του, στην άρση της αλλοτρίωσης. Ο Λουρσά, ο οποίος «συνήθιζε στις τρεις να κάνει έναν περίπατο, γύρω από τα ίδια ακριβώς οικοδομικά τετράγωνα, όπως βγάζει κανείς βόλτα ένα σκυλί, μόνο που ήταν σαν το λουρί να το φορούσε ο ίδιος» (σ. 58), τώρα ξαναμπαίνει στη ζωή, ξαναβρίσκει όλο του το μένος (σ. 97), ανακαλύπτει τη «ζωή μιας ομάδας, που δεν την είχε σκεφτεί ποτέ, μια ζωή που αντιτασσόταν στην άλλη, στην επίσημη ζωή της πόλης» (σ. 117), και αισθάνεται τη διάθεση να χιμήξει μπροστά, να εξεγερθεί ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό και στη φονική ανία μιας πόλης/πληγής κακοφορμισμένης.
Απομακρύνεται από το αλκοόλ. Θέλει να τρανταχτεί, «να αποτινάξει από πάνω του τα άχυρα του στάβλου του, τις άσχημες μυρωδιές που ήταν ακόμη κολλημένες στο πετσί του» (σ. 133), και το κάνει. Κι αυτό είναι ο θρίαμβός του. Κάπου, στη σελίδα 128, ο Σιμενόν, μιλώντας για έναν θερμοκέφαλο νεαρό, τον Μανού, μας κλείνει το μάτι αποκαλύπτοντάς μας το συγγραφικό του πρόγραμμα: «Εκεί που οι άλλοι έπαιζαν λίγο πολύ αθώα, εκείνος έφερε έναν επικίνδυνο ρεαλισμό».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Ρωμανός Σκλαβενίτης γράφει για το Έμφυτο Ελάττωμα


H μυθολογία της πόλης δονείται 
 
[Φωτογραφία: Babassakis]


Το Έμφυτο Ελάττωμα (μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Καστανιώτης) δεν είναι μόνο το βιβλίο μιας εποχής· είναι και το βιβλίο μιας πόλης: του Λος Άντζελες. Πολλοί αποτυγχάνουν να το αντιληφθούν. Ο Τόμας Πίντσον [Thomas Pynchon] δεν γράφει για το L.A. επειδή το γνωρίζει καλά. Γράφει γι’ αυτό, επειδή το αγαπάει. Είναι κι αυτός από αυτούς τους λίγους που αγάπησαν ποτέ αυτή την πόλη. 
Στην πραγματικότητα, το Έμφυτο Ελάττωμα μπορεί να διαβαστεί σαν ένα χρονικό της πόλης, σαν μια σύνθεση με φιγούρες από το παρελθόν και το παρόν της. Το Λος Άντζελες του Πίντσον είναι το Λος Άντζελες σε ολόκληρη τη μυθοπλασία. Το πεδίο του είναι η πόλη-ψευδαίσθηση, η πόλη-παραίσθηση.
Ό,τι καθόρισε το μονοπάτι του Λος Άντζελες, καθορίζει και τη μυθοπλασία του. Οι αρπαγές γης για το χτίσιμο νέων πρότυπων προαστίων. Άλλα έφθιναν, όπως η κοιλάδα του Σαν Φερνάντο όπου σήμερα γυρίζονται πορνό, παρά τους ύμνους του Bing Crosby, άλλα έλαμψαν όπως οι παραθαλάσσιες πόλεις του ράντσου San Pedro. Έπειτα, η αρπαγή του νερού με το υδραγωγείο του Μαλχόλαντ, η αποστραγγισμένη κοιλάδα Όουενς και το μουλιασμένο L.A. Το Λος Άντζελες: a lot of ex- neighborhoods.
H μυθολογία της πόλης δονείται στο Έμφυτο Ελάττωμα, όπως οι δονητές των κοριτσιών της κοιλάδας. Τα αρχικά του Larry Sportello, a.k.a. Doc διαβάζουν LSD, τον θησαυρό του ωκεανού. Το ίδιο το επίθετό του είναι ένα homage στον George Sportelli που τοιχογράφησε τους αυτοκινητόδρομους, την πόλη. Η Shasta Faye Hepworth, λίγο από Nastazia Kinski, λίγο από Faye Dunaway, λίγο από Katharine Hepburn ή μήπως Barbara Hepworth; Ο Mickey, το είδος του πάμπλουτου μεγιστάνα που ενδημεί στο L.A., παίζει το ρόλο του Bugsy Siegel. Ή μήπως της Sister Aimee Semple MacPherson; Η σημειολογία είναι φορές-φορές σκοτεινή.
Αρχιτεκτονικές follies. «Ducks», όπως θα έλεγε ο Ρόμπερτ Βεντούρι ή η αρχιτεκτονική ως σύμβολο: ο χρυσός κυνόδοντας στεγάζει τον «Χρυσό Κυνόδοντα». Κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι, το είδος που ο Ντάσιελ Χάμετ αποκαλούσε «ψυχικούς συμβούλους», ντυμένοι με παντελόνια καμπάνες, σνιφάροντας κοκαΐνη. Ο Σάγκυ και ο Σκούμπι-Ντου: το απόλυτο Hippie καρτούν. Διεφθαρμένο L.A.P.D. Χλεχλέδες νταβατζήδες που έχουν ένα μυστικό, μια ελπίδα να γίνουν ατζέντηδες στο Χόλυγουντ. Χάμπουργκερς με χασίς και σέρφερς σαν βιβλικές φιγούρες.
Στο Λος Άντζελες, τη La La Land, τα όρια ανάμεσα στην πραγματική ζωή (real life) και την κινηματογραφική ζωή (reel life) είναι θαμπά. Ο Λίο και η Ελμίνα Σπορτέλλο παριστάνουν τον Frank Chambers και την Cora Smith στα μοτέλ του αυτοκινητοδρόμου, η Σάστα Φέυ λέει το σκυλί της Mildred, όπως η Mildred Pierce: ο James M. Cain κάνει το πλήθος να παραληρεί. Ο Σέρλοκ Χολμς είναι τόσο ζωντανός όσο κι οποιοσδήποτε άλλος φανταστικός ήρωας. Στο L.A., η μόνη αλήθεια είναι το ψέμα.
Το Έμφυτο Ελάττωμα, ως έμφυτο ελάττωμα όντως, μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο στην ίδια την πόλη. Όλοι προμηνύουν το θάνατό της. Θα πεθάνει από την υπερ-έκταση, λέει ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ, θα την καταπιεί ο ωκεανός, λένε τα γεωλογικά της χαρακτηριστικά, θα καταστραφεί από την εξωγήινη εισβολή, λέει ο κινηματογράφος. Κι όμως, το Λος Άντζελες είναι αμύθητα μαγνητικό. Οι άνθρωποι είναι το μόνο που έχει. Αυτό το πλήθος των λόφων και της κοιλάδας, με τα παντελόνια ριγμένα στους αστραγάλους, που πατάει γκάζι στο δρόμο του ωκεανού, το τελευταίο σύνορο.
Στο Λος Άντζελες, το αυτοκίνητό σου γλιστράει στον εμετό της μέθης σου και πριν το καταλάβεις, σε κατασπαράσσει ο ωκεανός, τσακισμένο: the L.A. way of death. Υπάρχει μια πόλη πάνω στη θάλασσα/ το μασημένο ξέρασμα του ωκεανού στην ακτή/ Λος Άντζελες, είμαι δικός σου.

Ρωμανός Σκλαβενίτης

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Το Διήγημα Αντεπιτίθεται




Για τη συλλογή διηγημάτων 
«Κρυφές Ενοχές» 
του Δ. Γ. Μαγριπλή

[ φωτογραφία: Babassakis ]



 Ο συγγραφέας Δημήτρης Γ. Μαγριπλής είναι Διδάκτορας της Κοινωνιολογίας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το 2007 εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων υπό τον τίτλο Μαθήματα Κηπουρικής, Εκδόσεις Σοκόλη - Κουλεδάκη με το ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης. Το 2010 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Στα τέταρτα του χρόνου» από τις εκδόσεις Αντ. Σταμούλη στη σειρά Χρώμα και Λόγος, σε συνεργασία  με την εικαστικό Α. Κοκκονάκη.
        Η  δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Κρυφές Ενοχές, της σειράς «Επί-γνωση» του «Εκδοτικού Οίκου Αντώνη Σταμούλη» 2011, κυκλοφόρησε με το πραγματικό του όνομα. Για την πολύ καλή εμφάνιση του βιβλίου υπεύθυνη είναι η εικαστικός Αγγελική Κοκονάκη, που έργο της κοσμεί το εξώφυλλο. Η συλλογή αποτελείται από  17 διηγήματα, τα οποία μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής :
1. Αφηγήσεις προφανέστατα αυτοβιογραφικές του συγγραφέα («Καβαλλότι» και «Ερεχθείου γωνία» και «Κρυφές Ενοχές» ).
2.  Αφηγήσεις για την ελληνική κοινωνία, πρίν από την τελευταία οξύτατη οικονομική (και όχι μόνο) κρίση. («Εθνική Αποστολή», «Το μονοπάτι του ελαφιού», «Είδη Δώρων», «Για την ανάπτυξη της υπαίθρου» ). Αυτή η κατηγορία διηγημάτων είναι η πιο σημαντική απ’ όλες  και διακινδυνεύω να πω, ότι οι υπόλοιπες είναι εν γένει «δορυφόροι» ακριβώς αυτής της κατηγορίας.  Όπως :
Α)   Αφηγήσεις από το ιστορικό παρελθόν (το πιο μακρινό, όπως «Το νησί του μυστηρίου» , αναφορά στη Μνήμη του Μαρτυρίου της Μακρονήσου και το πιο κοντινό, όπως το «Ιστορίες Μορέων», όπου ο ήρωας γίνεται Κοινοτάρχης επί Δικτατορίας).
Β) Αφηγήσεις με ιδιαίτερο θέμα («Κι όμως κάτι μας έλειπε», ένα διήγημα «εκκλησιαστικής φαντασίας» και επίσης το «Προσκυνητές στο Άγιο Όρος» )
Γ) Αφηγήσεις  «οικολογικής φαντασίας» με αγάπη για τα ζώα  («Λαικό δικαστήριο», «Πετούμενη Γλαύκα» ).

        Προς το τέλος του βιβλίου παρατίθενται  αφηγήσεις «ποιητικές» - «ονειρικές», όπως ο «Εξωγήινος» και η «Φεγγαρόλουστη». Άλλος μπορεί να τις έλεγε «πεζά ποιήματα». Πάντως έχουν πιο χαλαρή σύνδεση με τα υπόλοιπα διηγήματα. Διασώζονται όμως στην συλλογή, λόγω ακριβώς της ποιητικής ευαισθησίας τους, που βρίσκεται σε αντίθεση με άλλες ιστορίες ρεαλιστικής γραφής που προηγούνται!
        Παρόλο που το υλικό του συγγραφέα δεν είναι μονοθεματικό, το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένει αμείωτο. Βέβαια, μπορεί κανείς να ισχυριστεί, ότι με βάση τα 2-3 διηγήματα του κάθε τύπου μπορούν να χτιστούν κάπου πέντε συλλογές διηγημάτων. Ο συγγραφέας προφανώς δεν ενδιαφέρθηκε για κάτι τέτοιο και σε αυτήν την πολυθεματική συλλογή  μας παρουσιάζει ένα πανόραμα των αντιλήψεών του γύρω από το πώς πρέπει να είναι το διήγημα σήμερα.
          Το θέλει  με παραδοσιακή στρωτή αφήγηση, με ρέουσα και απλή γλώσσα, χωρίς εντυπωσιασμούς και νεολογισμούς. Με θέματα απλά, σε πρώτη ανάγνωση ίσως και απλοϊκά, που όμως στη δεύτερη ανάγνωση πραγματικά στέκονται στα πόδια τους σταθερά και μιλούν για αυτό που θα ονόμαζε κάποιος Νεοελληνική Μεταπολιτευτική Περιπέτεια, ενίοτε και με αναφορές σε ένα πιο μακρινό ιστορικό παρελθόν.
          Είναι διηγήματα πολιτικά κατά βάση και διέπονται από ένα βαθύτατο ανθρωπισμό για μια κοινωνία η οποία τελικά οδηγήθηκε σε πλήρες αδιέξοδο. Όπως όλοι πλέον παραδεχόμαστε και υποφέρουμε γι’ αυτό στην Ελλάδα του 2011, που ισορροπεί με δυσκολία λαμβάνοντας δάνεια από το Εξωτερικό και μην ξέροντας πότε και εάν θα καταρρεύσει. Η  υπερκαταναλωτική, λοιπόν, κοινωνία, η προ της τελευταίας Κρίσης, απεικονίζεται γλαφυρά ιδιαίτερα στα διηγήματα «Το  μονοπάτι του Ελαφιού» και «Είδη Δώρων». Και μάλιστα είναι μια κοινωνία που φέρεται με βαναυσότητα προς το περιβάλλον. Αλλού, πάλι, ο Συγγραφέας   επιθυμεί να κάνει αναδρομές στο παρελθόν και να θυμίζει ότι κάποιες πληγές (Μακρόνησος) δεν έχουν κλείσει εντελώς, αλλά εξακολουθούν να βασανίζουν την συλλογική μνήμη.
           Ο Συγγραφέας, παιδί της Αθήνας, ευρισκόμενος σε ώριμη ηλικία να έχει εγκατασταθεί σε μια παραθαλάσσια πόλη, γράφει με συγκίνηση για την Φύση και για τον άδικο τρόπο με τον οποίο της φέρθηκε μέχρι στιγμής ο μέσος Έλληνας. Η Φύση εκδικείται! Τουλάχιστον αυτό δείχνει το διήγημα «Το λαικό δικαστήριο». Αλλά και η Φύση είναι γύρω μας για να την απολαμβάνουμε, εάν έχουμε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής μας («Πετούμενη Γλαύκα»).
            Δείχνεται στα περισσότερα διηγήματα η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής όπως διαπιστώνεται και από την διαφθορά της Δημοτικής Αρχής  («Το μονοπάτι του ελαφιού») ή ακόμη και την ανεπάρκεια και ανυποληψία της Διοικούσας Εκκλησίας («Κι όμως κάτι μας έλειπε»). Ειδικά στο διήγημα αυτό είναι εμφανής ο πόνος του Συγγραφέα για μια δυσάρεστη κατάσταση, μιας και γνωρίζει τα θέματα «από μέσα», αφού έχει σπουδάσει και Κοινωνική Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δείχνεται, όμως, ευτυχώς, και η εμπιστοσύνη στον Άνθρωπο και στην Κοινότητα ( «Εξωγήινος» και «Κι όμως κάτι μας έλειπε»).
           Διαβάζοντας το βιβλίο του Δ. Γ. Μαγριπλή για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται η δύναμη του καλού Διηγήματος, του κατ’ εξοχήν Ελληνικού Λογοτεχνικού Είδους, ήδη από τον 19ο αιώνα, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει παραμερισθεί από την κυριαρχία σωρείας μυθιστορημάτων – όχι πάντα ποιοτικών – στις εκδόσεις και κατά συνέπεια και στις πωλήσεις των βιβλίων. Η αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για το Διήγημα διακινδυνεύω να ισχυριστώ, ότι θα συνεχίσει να συμβαίνει, καθώς η Κρίση  μεγαλώνει. Γιατί συνήθως πατάει σε ρεαλιστική βάση και μιλά άμεσα στον αναγνώστη,  τουλάχιστον από την εποχή του Ροΐδη.           Από αυτή την άποψη χαιρετίζουμε από εδώ με χαρά κάθε νέα και ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων όπως η παρούσα και χαιρόμεθα για τις επανεκδόσεις των βιβλίων των μεγάλων διηγηματογράφων. Μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησαν τα Άπαντα των Διηγημάτων του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Σπουδαίο νέο, που σίγουρα θα προσθέσει κι άλλους αναγνώστες στο περιορισμένο έτσι κι αλλιώς σχετικό αναγνωστικό κοινό.

 Τάσος Μελίτης
Αθήνα, Σεπτέμβριος 2011

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Καπνισμένες Κάννες / Αστυνομικά, κ.ά.

[Χίλντα Παπαδημητρίου, Μισέλ Ουελμπέκ]



Καπνισμένες Κάννες



Κάννη (η) [καννών]  ΣΤΡΑΤ. το χαλύβδινο κυλινδρικό τμήμα φερόμενου όπλου, μέσα από το οποίο περνάει το βλήμα και εξακοντίζεται προς το στόχο.

Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας





Θελκτικά και λίαν ενδιαφέροντα, πάντα να κινητοποιούν το μυαλό, κάποια εγκλήματα. Όχι στην πραγματική πραγματικότητα, βέβαια, αλλά στη λογοτεχνία. Εγκαινιάζουμε μια στήλη, που εστιάζει στο έγκλημα. Εξάλλου, ενθαρρυντική είναι η δεξίωση του ελληνικού κοινού στα αστυνομικά/περιπετειώδη/κατασκοπευτικά/πολεμικά αναγνώσματα. Θα φροντίζουμε, ο γράφων που ανέλαβε την πρωτοβουλία, καθώς και φίλοι καλοί, να παρουσιάζουμε τέτοια αναγνώσματα με έναν γκρουπαρισμένο, μεθοδικό, συστηματικό τρόπο, επιλέγοντας τόσο από τις απολύτως φρέσκες όσο και από κατά τι παλαιότερες κυκλοφορίες.

            Αρχίζουμε, λοιπόν, με βιβλία, κοινό σημείο των οποίων είναι η σχέση του εγκλήματος με την Τέχνη. Ναι, με την Τέχνη, και δη με την Ζωγραφική, με τη Λογοτεχνία, και με τη Μουσική, και με τον Κινηματογράφο.

           

Έγκλημα & Μουσική: Ύστερα από λαμπρή θητεία στη μετάφραση και με εγνωσμένη αγάπη για τη μουσική σε όρια ασύστολης βινυλιολατρίας, η Χίλντα Παπαδημητρίου (1957) έρχεται να πλουτίσει την ολοένα και πιο πλούσια ερωτοτροπία των Ελλήνων με το αστυνομικό ανάγνωσμα. Για μια χούφτα βινύλια (εκδ. Μεταίχμιο). Η πλοκή σπιντάτη και σπινταρισμένη, όπως και η αφήγηση, με πρωταγωνιστές κάποιους εναπομείναντες μανιακούς της μουσικής όπως μας την δίδαξαν τα 180 γραμμάρια του εκάστοτε βινυλίου. Όλα γύρω από ένα δισκάδικο στη μεθόριο Εξαρχείων-Κολωνακίου, όλα γύρω από ένα παρελθόν που εμμένει στο παρόν αρνούμενο να χαθεί σαν δάκρυ στη βροχή, όλα γύρω από θανάτους που αναστατώνουν μια μικρή κοινότητα ρεκτών του βινυλίου.

            Όλοι οι χαρακτήρες, αγγιγμένοι από το μαγικό ραβδί της Χίλντας, τρέχουν με το Ντεσεβό του ρομαντισμού στη δημοσιά της παρακμασμένης, αλλά ευτυχώς ακόμη ζωντανής, τσαλακωμένης ιπποσύνης της μεγαλούπολης. Ακόμα και με δανεικούς καημούς δεν παύουν να είναι ευαίσθητοι, να μπαινοβγαίνουν στα πάθη τους, να τα αναμοχλεύουν, να κάνουν τσάρκες στο άλλοτε για να αντέχουνε το νυν. Κάπου μαζί τους, θέλοντας και μη, αλλά πιο πολύ θέλοντας, περιφέρεται ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος – μακάρι η συγγραφέας να μας δώσει κι άλλες περιπέτειες του εν λόγω αστυνόμου. Ο Νικολόπουλος έχει τα τικ του, όπως κάθε χάρτινος ήρωας τέτοιων αναγνωσμάτων: τρώει γιουβαρλάκια και μουστοκούλουρα, πίνει κόκα-κόλα, καταβροχθίζει νουάρ, κυρίως την κιτρινόμαυρη σειρά του εκδόσεων Λυχνάρι, και ακούει Beatles. Και ζει, ακόμη, με τη μαμά του. Και υποχρεούται τώρα να εξιχνιάσει φόνους μετά μουσικής. Η συνέχεια στις 383 σελίδες του μυθιστορήματος!

           

Έγκλημα & Ζωγραφική: Μέταλλο η πρόζα του, με ποιητικές εκλάμψεις πάντα, και αιχμές κοινωνιολογικής οξύνοιας. Μισέλ Ουελμπέκ (1958) Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του: Ο Χάρτης και η Επικράτεια, μτφρ. Λίνα Σιπητάνου, εκδ. Εστία. Θύμα θηριώδους θυμηδίας, η ζωγραφική. Ο Ουελμπέκ επινοεί τον Ζεντ Μαρτέν, έναν αγέλαστο καλλιτέχνη ο οποίος διανύει σχεδόν όλες τις εικαστικές επικράτειες επιχειρώντας, ενίοτε με μπλαζέ ύφος, να χαρτογραφήσει το χάος της μεταπολεμικής εποχής. Σπαρταριστή η αφήγηση σε πολλά σημεία, σε άλλα να είναι ένα πολύχρωμο παζλ που πρέπει να συνθέσεις, εντέλει να γίνεται «ένας νοσταλγικός διαλογισμός πάνω στο τέλος της βιομηχανικής εποχής στην Ευρώπη και γενικότερα στη φθαρτή και προσωρινή φύση κάθε ανθρώπινου τομέα παραγωγής» [σ. 419]. Ο Μαρτέν γνωρίζει τον «Μισέλ Ουελμπέκ» – ναι, ο συγγραφέας πρωταγωνιστεί στο ίδιο το μυθιστόρημά του! Ο «Μισέλ Ουελμπέκ» αναλαμβάνει να γράψει το κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης των έργων του Μαρτέν με έργα της Σειράς Απλών Επαγγελμάτων. Λίγο μετά τον καλλιτεχνικό και οικονομικό θρίαμβο του καλλιτέχνη, και σε ένα γαλλικό χωριό τίγκα στη φιλοσοφία και την τέχνη (δρόμοι και πλατείες φέρουν τα ονόματα όπως Ιμμάνουελ Καντ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Λάιμπνιτς, Παρμενίδης, κτλ) θα βρεθεί δολοφονημένος ο συγγραφέας της Πλατφόρμας και των Στοιχειωδών Σωματιδίων.

            Ο Ουελμπέκ φλερτάρει ελαφρώς με το αστυνομικό ανάγνωσμα, αλλά με τον τρόπο που το έκανε ο Peter Handke: ως κριτική σε δεινά των καιρών, αλλά και με ένα σκαμπρόζικο κλείσιμο του ματιού στο είδος. Είναι παρόν και το θρίλερ μέσα από την ανατριχιαστική «τεχνοτροπία» στη δολοφονία του «Μισέλ Ουελμπέκ», που όμως διανθίζεται με ένα νοήμον χιούμορ φιλοτεχνημένο με πινελιές/αναφορές στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης (π.χ. τα τεμάχια του πετσοκομμένου πτώματος συν το αίμα σχηματίζουν κάτι που θυμίζει έργο του Τζάκσον Πόλοκ – φαντάζομαι τα γέλια του Ουελμπέκ όταν θα έγραφε αυτές τις αράδες!)

            Ο Χάρτης και η Επικράτεια είναι, παρά το άγριο φονικό, το πιο μειλίχιο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ. Και το πιο παιγνιώδες. Ο αναγνώστης θα συναντήσει πολλές μορφές της τέχνης και του στοχασμού των τελευταίων δεκαετιών (Λε Κορμπυζιέ, Βίτγκενσταϊν, Τζεφ Κουνς, Ντάμιεν Χερστ), σκληρές αλλά εύστοχες παρατηρήσεις για το σύμπαν/κύκλωμα των εικαστικών πραγμάτων, μια αστυνομική έρευνα που μας πείθει ότι ο Ουελμπέκ μπορεί μια χαρά να ανταλλάσσει χειραψίες με τον Manchette, τον Izzo, και τον Attia.  Η ζωγραφική γίνεται αιτία να σκοτωθεί βίαια ένας συγγραφέας. Αλλά γίνεται και αφορμή να ξετυλίξει ο Ουελμπέκ καίριες σκέψεις για την κατάσταση της σύγχρονης κοινωνίας και την σχέση της τέχνης και με την καθημερινή ζωή.



Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης



ΥΓ. Στο επόμενο: Έγκλημα και Λογοτεχνία, Έγκλημα και Κινηματογράφος.





Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Ο Ρωμανός Σκλαβενίτης γράφει για την Παγκοσμιοποίηση




Μητροπόλεις / Παγκοσμιοποίηση





Οι μητροπόλεις έχουν ιδιαίτερη αξία. Διαβάζω την Κοινωνιολογία της Παγκοσμιοποίησης της Σάσκια Σάσεν [Saskia Sassen] (μτφρ. Γιώργος Ρακκάς, εκδ. Μεταίχμιο) και νιώθω σαν να διαβάζω το καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα του κόσμου. Το αστικό τοπίο της παγκόσμιας πόλης ζωντανεύει από μόνο του και πλέκει ιστορίες στο μυαλό μου. Είναι σαν οι φαρδείς δρόμοι να ξεκολλάνε από τη γη και να γίνονται κουβάρι. Και κάπου, σε μια σκοτεινή γωνιά της πόλης, βρίσκεται αυτή η ξεφτισμένη κλωστή που αν την τραβήξεις απαλά, όλο το νήμα απλώνεται μπροστά σου. 
Το σπουδαίο με τις παγκόσμιες πόλεις είναι ότι ένας υποεθνικός σχηματισμός, όπως είναι το Λονδίνο της Βρετανίας ή η Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών, αναδύεται ως υπερεθνικός κόμβος εμπορικής, χρηματοοικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής σημασίας. Ποιο είναι, όμως, το κρίσιμο εκείνο σημείο στη σύνθεση του πληθυσμού και τις εμπορικές συμμαχίες που διακρίνει τις πόλεις σε παγκόσμιες και μη; Ποια ήταν δηλαδή η καθοριστική στιγμή που έκανε το Λονδίνο παγκόσμιο και άφησε το Παρίσι να συναγωνίζεται με τις μεγαλουπόλεις; 
Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι αυτή η στιγμή πρέπει να αναζητηθεί στην ιστορία των ίδιων των πόλεων και όχι στην ιστορία του εθνικού συγκροτήματος ή κάπου αλλού. Η στιγμή που προδιαγράφηκε το παγκόσμιο μέλλον του Λονδίνου ήταν η στιγμή που χτίστηκε και το πρώτο brick building. Θέλω να πω ότι η δομή του Λονδίνου επιτρέπει αυτή την αναγωγή από το υποεθνικό στο υπερεθνικό, σε αντίθεση με το Παρίσι που είναι κατά βάση ευρωπαϊκό: «αφόρητα» ευρωπαϊκό για μια πόλη όπου ζουν Κινέζοι, Ινδοί, Άραβες, Αφρικανοί, Ευρωπαίοι, Αμερικανοί, Λατίνοι. 
Δεν θα πρέπει, όμως, να συγχέουμε την παράλληλη ύπαρξη των Κινέζων και των Ινδών με τη συνύπαρξή τους. Η τελευταία παρατηρείται μόνο στις πιο κεντρικές –και, συνεπώς, παλαιότερες–  κυψέλες της πόλης, όπου οι περισσότεροι πηγαίνουν για να εργαστούν, να ψωνίσουν, να ψυχαγωγηθούν και λιγότερο για να κατοικήσουν, αφού δεν το επιτρέπουν και οι υψηλές τιμές. Ό,τι απομένει από την πόλη μοιράζεται ανάμεσα σε οργανωμένες κοινότητες και η μοιρασιά γίνεται συνήθως εθνολογικά, ενίοτε και ιδεολογικά. Ο κατακερματισμός των πόλεων –απόρροια των πολλών διαφορών και της άρρηκτης σχέσης της παγκοσμιοποίησης με τη μετανάστευση, χαρακτηριστικό της οποίας είναι και η δημιουργία εθνικών θυλάκων στις πόλεις υποδοχής– επιφέρει μία πολιτικοποίηση του αστικού χώρου, που συχνά στοιχίζει στην πόλη.
Η Σάσεν γράφει πολύ σωστά ότι η παραοικονομία, το παντοτινό παράσιτο της παγκόσμιας πόλης, πλάθει κι αυτή την αλλόκοτη κουλτούρα της γειτονιάς, του διαμερίσματος μέσα στην πόλη. Οι φτωχοί, δηλαδή, μαγαζάτορες πουλάνε τα χαμηλού προφίλ προϊόντα τους στους ανθρώπους της γειτονιάς: τους συγγενείς, τους γνωστούς, τους ομοεθνείς. Αυτοί, άλλωστε, είναι και οι μοναδικοί υποψήφιοι πελάτες τους: πόσοι θα προτιμήσουν την ΕΨΑ Κόλα από την Coca-Cola, χωρίς να συντρέχει κάποιος ηθικός, πολιτικός ή οικονομικός λόγος; 
Η Σάσεν, επίσης, παρατηρεί ότι το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις παγκόσμιες πόλεις συνδέεται και με τη δικτύωσή τους στον πλανήτη.  Καθώς, δηλαδή, το Λονδίνο αποκτά θυγατρικές εταιρίες στην Νοτιοανατολική Ασία ή εξάγει εκεί προϊόντα του ή εισάγει από εκεί προϊόντα ή εγκαθιδρύει νέες, προσφορότερες (λόγω της φορολογίας και των φθηνών εργατικών χεριών) επιχειρηματικές μονάδες, εξοικειώνει τον ντόπιο πληθυσμό τόσο με την ύπαρξή του ως εναλλακτικής λύσης όσο και με την εργασιακή λογική του, τους κανόνες που τη διέπουν κ.λπ. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι μέσω αυτών των επιχειρήσεων, πολλοί αποκτούν και επαφές με τη Δύση. Έτσι, όταν οι παράγοντες ώθησης (η φτώχεια και η ανεργία στη χώρα προέλευσης) και οι παράγοντες έλξης (οι υποσχόμενες καλύτερες εργασιακές συνθήκες, η δημοκρατία και άλλα) συνδυάζονται με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, επέρχεται αλυσιδωτά το μεταναστευτικό κύμα: στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η μετανάστευση είναι ευκολότερη από ποτέ. 
Η αίσθηση της κοινότητας είναι ισχυρή. Άλλωστε, και η οργάνωσή της είναι τέτοια που ο κάτοικος θεωρητικά δεν χρειάζεται να την εγκαταλείψει σχεδόν ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Τσανγκ Λη δεν είναι κάτοικος του Λονδίνου, αλλά πρωτύτερα είναι κάτοικος της China Town του Λονδίνου. Ο διαμελισμός είναι παρών, όμως δεν φαίνεται να απασχολεί τους κατοίκους της παγκόσμιας πόλης όσο οι χώροι του κέντρου, «οι μνημειοποιημένοι δημόσιοι χώροι των ευρωπαϊκών πόλεων» όπως γράφει και η Σάσεν, παραμένουν πολυπολιτισμικοί. Η πολυχρωμία εμπνέει ασφάλεια στο Δυτικό μυαλό: δείγμα του ότι όλα βαίνουν καλώς.
Φυσικά, η κατάσταση υποδεικνύει το αντίθετο. Ο κατακερματισμός των παγκόσμιων πόλεων –της μοναδικής, μέχρι στιγμής, και μακροβιότερης απόπειρας της ανθρωπότητας στην κατεύθυνση της κοσμικής συνύπαρξης στα πλαίσια της θετικής σκέψης– δείχνει το αντίθετο. Εντέλει, ίσως δεν επιθυμούν όλοι οι άνθρωποι την πρόοδο και τη συνύπαρξη. Σημειωτέον ότι η τελευταία μπορεί να επιτευχθεί μόνο στα πλαίσια της εκκοσμίκευσης. 

Ρωμανός Σκλαβενίτης


Σάββατο 30 Απριλίου 2011

JPS


Jean-Paul Sartre, La nausée (1938)


Συγγραφέας: Ζαν-Πολ Σαρτρ
Τίτλος: Η Ναυτία
Μετάφραση: Ειρήνη Τσολακέλλη
Εκδόσεις: Πατάκης [2005]
Σελίδες: 302

Ζωή
Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου του 1905, στο Παρίσι. Σπούδασε στην E’cole Normale Supérieure. Δίδαξε σε λύκεια από το 1931 έως το 1944. Έγραψε φιλοσοφικά κείμενα όπου πραγματεύεται τα ζητήματα της ελευθερίας, της στράτευσης, της ύπαρξης. Επίσης, έγραψε πληθώρα μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, άρθρων, κριτικών δοκιμίων. Ίδρυσε, μαζί με την Σιμόν ντε Μποβουάρ και τον Μορίς Μερλό-Ποντύ, την επιθεώρηση Les Temps Modernes. Το 1964 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ, αλλά αρνήθηκε να το αποδεχτεί. Είχε έντονη πολιτική δραστηριότητα, στο χώρο της Άκρας Αριστεράς. Διηύθυνε τις εφημερίδες La cause du peuple και Libération. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 15 Απριλίου του 1980, στο Παρίσι.   

Η Ναυτία
Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα του Σαρτρ. Ήρωάς του είναι ο Αντουάν Ροκαντέν, ο οποίος, αφού ταξίδεψε σε διάφορες χώρες, αποφασίζει να γράψει μια βιογραφία του μαρκησίου ντε Ρολμπόν. Εγκαθίσταται στην (φανταστική) πόλη Μπουβίλ, μελετάει στη δημοτική βιβλιοθήκη, συναισθάνεται ότι η σχέση του με τα πράγματα είναι προβληματική, και καταγράφει τις σκέψεις του σε ένα ημερολόγιο για να μπορέσει να δει «ξεκάθαρα». Λίγο πριν εγκαταλείψει την Μπουβίλ, ακούει μια μελωδία τζαζ και σκέφτεται ότι η δημιουργία ενός έργου τέχνης είναι η μόνη διέξοδος, ο μόνος τρόπος να υπερβεί την παράλογη, ασφυκτική πραγματικότητα. Έτσι, αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα.

Στυλ
Έργο σύνθετο, η Ναυτία είναι ένα μεταφυσικό μυθιστόρημα, η έκθεση και ανάλυση ενός κόσμου απωθητικού, η αποκάλυψη του παραλόγου μέσω μιας αφήγησης που ερείδεται στη φιλοσοφία. Παρά τη μελαγχολική του διάσταση και την αχλή της απαισιοδοξίας που απλώνεται στις σελίδες του, είναι ένα έργο ξέχειλο από ενέργεια. Η ειρωνεία απέναντι στην αστική παιδεία και η αμφισβήτησή της δεσπόζουν στη γραφή του Σαρτρ. «Τα μυθιστορήματά μου είναι εμπειρίες και είναι εφικτά μόνο με την αποσύνθεση. Μου φαίνεται ότι το σύνολο των βιβλίων μου θα είναι αισιόδοξο», γράφει ο ίδιος ο Σαρτρ.

Ένα απόσπασμα
«Η φωνή τραγουδά: ‘Some of these days, You’ll miss me honey’. Ο δίσκος είναι μάλλον χαραγμένος σε κείνο το σημείο. Επιπλέον υπάρχει κάτι που ραγίζει την καρδιά: η μελωδία δεν έχει αλλοιωθεί καθόλου από αυτό το μικρό βήξιμο της βελόνας πάνω στο δίσκο. Είναι τόσο μακριά – έχει μείνει τόσο πίσω. Και αυτό το καταλαβαίνω: ο δίσκος χαράζεται και φθείρεται, η τραγουδίστρια μάλλον είναι νεκρή~ εγώ θα φύγω, θα πάρω το τρένο μου. Αλλά πίσω από την ύπαρξη που πέφτει από το ένα παρόν στο άλλο, δίχως παρελθόν, δίχως μέλλον, πίσω από αυτούς τους ήχους που, από μέρα σε μέρα, αποσυντίθενται, ξεφλουδίζουν και ολισθαίνουν προς το θάνατο, η μελωδία παραμένει αναλλοίωτη, ζωντανή και δυνατή, σαν ανελέητος μάρτυρας».
Η Ναυτία, σ. 268

Έργα
Το Είναι και το Μηδέν [1943], μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Παπαζήσης.
Καταστάσεις Ι & ΙΙ, [1947 & 1948], μτφρ. Κώστας Σταματίου, εκδ. Αρσενίδης
Άγιος Ζενέ: Κωμωδός και Μάρτυρας [1952], μτφρ. Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, εκδ. Εξαντας, 1990.
Οι λέξεις [1964], μτφρ. Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ. Άγρα, 2003.


Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Ο ΤΑΣΟΣ ΜΕΛΙΤΗΣ γράφει για την ΑΓΑΘΗ ΔΗΜΗΤΡΟΥΚΑ


 Aγαθή Δημητρούκα
 Πουλάμε τη ζωή
 χρεώνουμε τον θάνατο

Εκδόσεις Πατάκη , 2010



                                                                                                                  
                                                                                                                             Από τον Τάσο Μελίτη*

 Η  Αγαθή Δημητρούκα γεννήθηκε το 1958 στο Πεντάλοφο Αιτωλοακαρνανίας, ένα χωριό κοντά στο Μεσολόγγι. Στιχουργός, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, μεταφράστρια. Το 1974 συνέδεσε τη ζωή της με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο και αργότερα άρχισε να γράφει στίχους για τον Μάνο Χατζιδάκι. Ως στιχουργός συνεργάστηκε στη συνέχεια με νεότερους συνθέτες , ενώ παράλληλα άρχισε να μεταφράζει λογοτεχνικά κείμενα από τα ισπανικά. Ήδη αριθμούνται αρκετά βιβλία  με μεταφράσεις της από αυτήν την γλώσσα.
 Το βιβλίο της «Πουλάμε τη ζωή , χρεώνουμε τον θάνατο» (208 σελίδες) φέρει ως υπότιτλο την ένδειξη «Μυθιστορηματική Αυτοβιογραφία» και ήδη τον Νοέμβριο του 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη η δεύτερη ανατύπωσή του. Πρόκειται αφενός για την  γενναία περιγραφή της δύσκολης (στα όρια του τραγικού) και άχαρης ζωής της,  ως παιδιού μιας φτωχικής οικογένειας της επαρχίας  στο διάστημα 1958-1974. Της οποίας οι δυσκολίες ήσαν μεγαλύτερες, λόγω της  ασθένειας του πατέρα της. Και αφετέρου για την ενδιαφέρουσα ζωή της κοντά στον σπουδαίο ποιητή Νίκο Γκάτσο, τον οποίον συντρόφεψε μέχρι τον θάνατό του, το 1992.
Χωρίς να υπάρχουν ξεχωριστά κεφάλαια, η συγγραφέας καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο οποίος θλίβεται αρκετές φορές, όταν διαβάζει για   τις αντιξοότητες  της παιδικής και  εφηβικής της ζωής. Που, ωστόσο, δεν την καθιστούν έρμαιο της μοίρας της, αλλά την ατσαλώνουν, για να πλησιάσει αυτό που  από παιδί επιθυμούσε : να καταφέρει να μορφωθεί, καθώς εκεί την οδηγούσε η προσωπικότητά της. Και στην πορεία της αυτή, πρώτος της αρωγός στάθηκε ο ασθενής πατέρας της, παρά τα πενιχρά του οικονομικά μέσα. Φυσικά, μετά την γνωριμία της  με τον Νίκο Γκάτσο και την μετάβασή της μαζί του στην Αθήνα, ανοίγουν γι’ αυτήν οι πύλες του παραδείσου. Όχι απλά καταφέρνει να ανοίξει τους πνευματικούς της ορίζοντες, αλλά στην ουσία μαθητεύει καλλιτεχνικά δίπλα στον Νίκο Γκάτσο και την θρυλική του παρέα (Χατζηδάκις, Ελύτης, Αργυράκης  κλπ).
Η αθηναϊκή περίοδος της ζωής της Δημητρούκα προσφέρει στους μελετητές, αλλά και στους απλούς θαυμαστές του έργου του Νίκου Γκάτσου, την δυνατότητα να πληροφορηθούν, από πρώτο χέρι και με λεπτομέρειες, την γέννηση του ιδιόμορφου ποιητικού – στιχουργικού του έργου, και κύρια αυτού που παρήχθη από το 1975 μέχρι το τέλος της ζωής του. Είναι λοιπόν το μέρος αυτό του βιβλίου περισσότερο βιογραφία του Γκάτσου, παρά της Δημητρούκα, ωστόσο θεωρώ ότι είναι το πιο καλογραμμένο μέρος του βιβλίου. Διανθίζεται δε από ανεκδοτολογικά στοιχεία που κάνουν την ανάγνωσή του πραγματική απόλαυση. Παράλληλα, στο μέρος αυτό, περιγράφεται η διαδικασία της μαθητείας της συγγραφέως δίπλα στον Γκάτσο, αποτέλεσμα της οποίας ήταν οι πρώτες της επιτυχείς στιχουργικές προσπάθειες, που έγιναν τραγούδια από τον Μάνο Χατζιδάκι. Επίσης περιγράφεται η ενασχόλησή της με την ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία, που τελικά την ανέδειξαν σε μια έγκυρη μεταφράστρια ισπανικών λογοτεχνικών έργων από τα ισπανικά στα ελληνικά. Για όλα τα παραπάνω συνεισφέρουν ουσιαστικά οι  επεξηγηματικές και μάλιστα «με κάποιο συναίσθημα»  «σημειώσεις» (22 σελίδες), που παρατίθενται μετά το κυρίως κείμενο.
Η γραφή της Δημητρούκα διακρίνεται από την οικονομία στα εκφραστικά μέσα, ρέει αβίαστα και συναρπάζει τον αναγνώστη. Θα πρέπει , λοιπόν ,να είμαστε ευγνώμονες προς την συγγραφέα, που αποφάσισε να μοιραστεί μαζί μας ένα σημαντικό μέρος από τη ζωή της  με τον Νίκο Γκάτσο. Αυτό που δεν  πείθει από το βιβλίο, είναι ο χαρακτηρισμός του ως «μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας».Καθώς είναι φανερό, ότι εδώ έχουν αποτυπωθεί τα συμβάντα, ακριβώς όπως έλαβαν χώρα. Εκτός εάν ο χαρακτηρισμός υπονοεί, ότι  η ζωή της δίπλα στον Γκάτσο ήταν τόσο απίστευτη και ονειρική, σαν να ζούσε ένα μυθιστόρημα. Υπ’ αυτήν την έννοια θα πρέπει να αποδεχθούμε τον χαρακτηρισμό!

*Από τις εκδόσεις Οσελότος κυκλοφορεί το βιβλίο του “Παπαλάμπραινα by Gibson

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Μια Λίστα



Η Λίστα

Έχω κατορθώσει, κατά καιρούς, να κόψω το τσιγάρο και το ουίσκι (πάντα ιρλανδέζικο), για παρατεταμένες περιόδους έμεινα μακριά από το κρέας, μπόρεσα κάποτε να μετριάσω τις σχεδόν ολέθριες ποσότητες καφέ που απολάμβανα καθημερινώς. Κι όμως, όσο σκληρά κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να κόψω το βιβλίο. Δυστυχώς, περιβάλλομαι από εξίσου μανιακούς βιβλιόφιλους, οι οποίοι τίναζαν στον αέρα κάθε φιλότιμη απόπειρά μου να μείνω μακριά απ’ τις τυπωμένες σελίδες.
Αυτό τον καιρό, κλεισμένος σ’ ένα εξαίσιο φιλόξενο σπίτι της Κυπαρισσίας, καταβρόχθισα ένα σκασμό βιβλία, και φροντίζω τώρα να σας μιλήσω για πέντε (υποτίθεται) από αυτά, κάνοντας κάποιες μικρές ζαβολιές που τα μετατρέπουν αυτομάτως σε περισσότερα. Ιδού, λοιπόν:

1. Benjamin χ Τρία

Μία βιογραφία, ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο, και ένα δικό του, εξόχως σημαντικό πόνημα, με κράτησαν κοντά στη σκέψη και την προσωπικότητα του μεγάλου Γερμανού στοχαστή. Ο Μόμε Μπρόντερσεν υπογράφει το «Βάλτερ Μπένγιαμιν – Η Ζωή, το Έργο, η Επίδραση» (μτφρ. Ιωάννα Μεϊτανή, εκδ. Αλεξάνδρεια), όπου ερχόμαστε σε γόνιμη επαφή με τον βίο και την περιπέτεια του Μπένγιαμιν, με τα θέματα που τον απασχόλησαν, με τους ανθρώπους που τον σημάδεψαν. Ο Bruno Arpaia έρχεται να μας γοητεύσει με τον «Άγγελο της Ιστορίας» (μτφρ. Χρύσα Κατκατσάκη, εκδ. Ίνδικτος), όπου καταγράφονται μυθιστορηματικά τα τελευταία χρόνια της ζωής του Μπένγιαμιν, χρόνια εξορίας, ζόφου, αλλά και σπουδαίας δημιουργικότητας. Τα «Παιδικά Χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια Εννιακόσια» (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Άγρα), είναι ένα ποιητικό έργο, απαρτιζόμενο από σύντομα κεφάλαια, «ολέθρια τρυφερές μικρογραφίες», σύμφωνα με τον Τέοντορ Αντόρνο, μέσα από τα οποία ο Μπένγιαμιν ασκεί προφητική κριτική στην ανάδυση του ναζισμού.

2. Πεσσόα + Καβάφης

Συγκινητικά, έξυπνα και εύστοχα δομημένο το συνταίριασμα του Φερνάντο Πεσσόα με τον Κ. Π. Καβάφη, στο διπλό βιβλίο «Τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» (εισαγωγή-ανθολόγηση από τον Γιάννη Σουλιώτη, εκδ. Μεταίχμιο). Αφήνουμε να μας ταξιδέψει η μελωδία των δύο μεγάλων ποιητών, να μας παρασύρουν σε μια λυτρωτική άρση του χρόνου στίχοι όπως «όνειρα είναι όλα, και το παν είναι ένα όνειρο». Από τη σειρά «Αντικριστοί Καθρέφτες», στην οποία εντάσσεται και το άλλο διπλό βιβλίο «Κώστας Καρυωτάκης & Μαρία Πολυδούρη – Έρωτας και Θάνατος στη Σκιά της Ποίησης» (επιμέλεια-ανθολόγηση από τον Γιάννη Η. Παππά).

3. Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac

Ποντάραμε στον Κέρουακ σαν ήμασταν έφηβοι, και, αισίως, δεν παύουμε ν’ ανταμειβόμαστε. Ο χαλκέντερος Γιάννης Λειβαδάς έρχεται να μας προσφέρει μιαν ευώδη ανθοδέσμη από τέσσερις Κέρουακ. Το μυθιστόρημα «Πικ», είναι το κύκνειο έργο του Τζακ, γραμμένο πριν από τέσσερις δεκαετίες, τη χρονιά του θανάτου του, το 1969, και το διαβάζουμε μαζί με την «Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας» (αμφότερα από τις εκδ. Απόπειρα), ένα σύνολο στοχασμών του Κέρουακ, εμπνευσμένων από τη μελέτη βουδιστικών κειμένων. «Βροντερά όνειρα μέσα σ’ ένα απολύτως σιωπηλό μυαλό. Τώρα που το γνωρίζουμε αυτό, πετάχτε τη σχεδία». Ακάθεκτος ο Λειβαδάς, μεταφράζει και προλογίζει τα «Ποιήματα» και τα «Mexico City Blues», αμιγώς ποιητικές πτήσεις του Κέρουακ (εκδ. Ηριδανός), ενώ αναμένει στο κομοδίνο μου να τον κατασπαράξω ένας πέμπτος Κέρουακ, εξ αδιαιρέτου με τον William S. Burroughs, ήτοι το θρυλικό μυθιστόρημα, ανέκδοτο επί έξι δεκαετίες, «Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους» (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Τόπος).

4. Κορνήλιος Καστοριάδης & Friends

Ο τόμος «Παράθυρο στο Χάος» (μτφρ. Ευγενία Τσελέντη, εκδ. ύψιλον/βιβλία) στεγάζει έξι σημαντικά κείμενα του διορατικού στοχαστή, όλα με θέμα την Τέχνη στους σύγχρονους καιρούς. Στο εγχείρημα συμπράττουν, ως συνομιλητές του Καστοριάδη, διανοητές όπως ο Οκτάβιο Παζ, ο Κάρλος Μπαράλ, ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Φιλίπ Νεμό. Ούτε λέξη από τα όσα υπάρχουν στις σελίδες του τόμου δεν μοιάζει να έχει χάσει τη σημασία, το νόημα, και την επικαιρότητά της. Πολύτιμο ανάγνωσμα!

5. Γιώργος Κακουλίδης (και ξερό ψωμί)

Ποιητές, μουσικοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, παρίες, αλήτες, γόνοι αστικών οικογενειών που ντύθηκαν τα κουρέλια μιας αέναης μπλουζ διάθεσης, ραδιοπειρατές, αγόρια και κορίτσια ελευθερίων ηθών, ζωγράφοι, κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του νεοέλληνα, συνάχθηκαν από μόνοι τους, ωθημένοι από τους αγέρηδες μιας άνευ ορίων άνευ όρων ελευθερίας, και αποφάσισαν, δίχως να συνεννοηθούν, να απαρτίσουν μια φυλή χωρίς φύλαρχο, να επιδοθούν σε μια τέχνη δίχως έργα τέχνης, να αναζητήσουν το βορειοδυτικό πέρασμα προς έναν άλλον τρόπο ζωής. Η ιστορία αυτού του στοιχήματος παρέμεινε ένας κρυφός αστερίσκος στο Βιβλίο της Ανησυχίας όπου καταγράφονται τα όσα επιχείρησε να γίνει η Ελλάδα βγαίνοντας από μια δικτατορία που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα. Την τελευταία πενταετία, ορισμένοι εναπομείναντες και επιβιώσαντες από κείνο το στοίχημα, έχουν αρχίσει να μιλάνε, να γράφουν, γι’ αυτό. Να συναντιούνται και πάλι. Να τα λένε. Να τα κοινοποιούν. Ανάμεσά τους, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης. Ξενύχτησα διαβάζοντας τη «Λέσχη της Στιγμής» (εκδ. Λιβάνη), ένα δυναμικό αφήγημα που με ταξίδεψε σ’ εκείνα τα χρόνια, σ’ εκείνα τα λημέρια, σ’ εκείνο το στοίχημα. Σ’ εκείνη την κρυφή ιστορία. Η οποία αρχίζει να σκιρτάει και πάλι. Να γίνεται γνωστή. Να θυμάται και να θυμίζει.



[Μου είχε ζητηθεί και είχε δημοσιευτεί στη Lifo, την άνοιξη του 2009. Όποιος βρει απο ποιο βιβλίο είναι η φωτογραφία, κερδίζει Δώρο-Έκπληξη]

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Προσεχώς !





Η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής
Ή
Τα Προς Παρουσίαση Βιβλία

Φίλες και Φίλοι του Bookspotting, ιδού ποια βιβλία θα παρουσιάσουμε στο άμεσο μέλλον:

Α] Μη Μυθοπλασία

  1. Guy Debord, Correspondance, Vol “0”, εκδ. Fayard
  2. Guy Debord, Enregistrements magnétiques (1952-1961), εκδ. Gallimard
  3. Σωτήρης Σπαθάρης, Απομνημονεύματα & Η Τέχνη του Καταγκιόζη, εκδ. Άγρα
  4. Paul Ricoeur, Για τη Μετάφραση, εκδ. Πατάκης
  5. Nick Rennison, Σέρλοκ Χολμς – Η Ανεπίσημη Βιογραφία, εκδ. Κέδρος
  6. Μισέλ Ουελμπέκ & Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, Δημόσιος Κίνδυνος, εκδ. Εστία
  7. Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Μαθήματα Φιλοσοφίας, εκδ. Πατάκης
  8. Theodor W. Adorno & Thomas Mann, Αλληλογραφία, εκδ. Αλεξάνδρεια
  9. Τόμας Μπέρνχαρντ, Τα βραβεία μου, εκδ. Εστία
  10. Bill Morgan, The Typewriter is Holy [The Beat Generation], εκδ. Free Press

B] Μυθιστορήμα

  1. Μόρλεϊ Τόργκοφ, Φονικές Νότες, εκδ. Μεταίχμιο
  2. Ketil Bjornstad,  Η Λέσχη των Νέων Πιανιστών, εκδ. Πόλις
  3. Ζαν Μαρτέν, Τα Λουτρά του Κιράλυ, εκδ. Εστία
  4. Κόλουμ ΜακΚάν, Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει, εκδ. Καστανιώτης
  5. Τζάιλς Μπράντρεθ, Ο Όσκαρ Ουάιλντ και οι Δολοφόνοι, εκδ. Κέδρος
  6. Έρση Σωτηροπούλου, Η Φάρσα, εκδ. Πατάκης
  7. Κλωντ Σοπ, Η Έπαυλις Μόντε-Χρίστο, εκδ. Εστία
  8. Pedro Mairal, Η χρονιά της ερήμου, εκδ. Πόλις
  9. Alan Pauls, Το Παρελθόν, εκδ. Πάπυρος
  10. Maurice Attia, Παρίσι Μπλουζ, εκδ. Πόλις

Γ] Διήγημα/Νουβέλα/Κείμενο

  1. Θανάσης Βαλτινός, Ο Τελευταίος Βαρλάμης, εκδ. Εστία
  2. Αγαθή Δημητρούκα, Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο, εκδ. Πατάκης
  3. Γιώργος Βέλτσος, Θάλαμος, εκδ. Άγρα
  4. Αχιλλέας Κυριακίδης, Κωμωδία, εκδ. Πόλις
  5. Γιάννης Ευσταθιάδης, Καθρέφτης, εκδ. ύψιλον/βιβλία
  6. Σταύρος Κρητιώτης & Ειρήνη Ελευθερίου, Εικονικές Αντιγραφές, εκδ. Τόπος
  7. Χρήστος Χρυσόπουλος, Ο Βομβιστής του Παρθενώνα, εκδ. Καστανιώτης
  8. Γιασμίνα Ρεζά, Αυγή Βράδυ ή Νύχτα, εκδ. Εστία
  9. Ambrose Bierce, Λέσχη Γονεοκτόνων, εκδ. Άγρα
  10. Ελεωνόρα Σταθοπούλου, Καλό Αίμα Κακό Αίμα, εκδ. Εστία

Δ] Αέναο Βιβλιοφιλικό Αφιέρωμα

  1. Stefan Zweig, Ο Παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ, εκδ. Άγρα
  2. Γουσταύος Φλωμπέρ, Βιβλιομανία, εκδ, στιγμή
  3. Jacques Bonnet, Βιβλιοθληκες γεμάτες φαντάσματα, εκδ. Άγρα
  4. κτλ, κτλ.

Ε] Εκτός Σειράς και Αυθαιρέτως

  1. Μπόρχες & Σάμπατο, Διάλογοι, εκδ. Printa
  2. Μισέλ Φουκώ, Οι μη κανονικοί, εκδ. Εστία
  3. Νίκος Βλαντής, Tractatus Magico-Philosophicus, εκδ. Το Μαγικό Κουτί
  4. Saatcchi, My Name is Charles Saatchi and I am an Artoholic, εκδ. Phaidon
  5. Barney Hoskyns, A Life of Tom Waits, εκδ. faber & faber
  6. Paul Virilio, Πόλεμος και Κινηματογράφος, εκδ. Μεταίχμιο
  7. Γιάννης Κοντραφούρης, Ιοκάστη & Κείμενα για το Θέατρο, εκδ. Άγρα
  8. Νίκη Μαραγκού, Γεζούλ, εκδ. Εστία
  9. Susan Buck-Morss, Η Διαλεκτική του Βλέπειν, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
  10. Νίκος Εγγονόπουλος, Πεζά Κείμενα, εκδ. ύψιλον/βιβλία