Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Ο Μπαμπασάκης γράφει για τον Georges Simenon

Η Αλήθεια έχει τον τρόπο της




George Simenon, Οι άγνωστοι μέσα στο σπίτι
Μετάφραση: Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις: Άγρα

Ζορζ Σιμενόν, ένας θρύλος. Έζησε ανάμεσα στα 1903 και 1989, απόλαυσε αμέτρητες ερωμένες, έγραψε δεκάδες χιλιάδες σελίδες. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο Χένρι Μίλερ καταβρόχθιζαν με επιμελή μανία τα βιβλία του.. Τον διαβάζαμε κι εμείς, έφηβοι, στα κιτρινόμαυρα τομίδια των εκδόσεων Λυχνάρι. Τώρα, επανερχόμαστε, τον διαβάζουμε με άλλο μάτι.
            Καίτοι δεξιών πολιτικών  φρονημάτων, ο Σιμενόν, όπως και ο Μπαλζάκ, γίνεται ανατόμος της αλλοτρίωσης. Μέσα από πλοκές που έχουν την απλότητα των μπλουζ, ωθεί τους ήρωές του στο χείλος του γκρεμού, στου βαρελιού τον πάτο, και, χωρίς σχέδιο ή πρόγραμμα, μέσα από ένα τυχαίο συμβάν, αυτοί θα βρούνε την αλήθεια τους, τη δική τους αλήθεια, όσο αταίριαστη κι αν είναι με την εποχή ή με τις κοινωνικές επιταγές.
            Στο παρόν μυθιστόρημα ένας ήπιος αλλά παραιτημένος αλκοολικός δικηγόρος, ο Εκτόρ Λουρσά, ζει με τη σκιά των αναμνήσεων, με μιαν αχανή βιβλιοθήκη που θα ζήλευε ο Μπόρχες, και με την Νικόλ, τη θυγατέρα του. Διαβάζει, τρώει, πίνει, κοιμάται, δεν μιλάει, δεν επικοινωνεί, δεν αναζητεί, σχεδόν δεν υπάρχει, απλώς σέρνεται μες στην αλληλουχία των δευτερολέπτων.
Ένα αναπάντεχο γεγονός, η εύρεση ενός πεθαμένου μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τον οδηγεί στη συνειδητοποίηση, στη σκέψη, στη δράση, στην επικοινωνία με την Νικόλ και τους γύρω του, στην άρση της αλλοτρίωσης. Ο Λουρσά, ο οποίος «συνήθιζε στις τρεις να κάνει έναν περίπατο, γύρω από τα ίδια ακριβώς οικοδομικά τετράγωνα, όπως βγάζει κανείς βόλτα ένα σκυλί, μόνο που ήταν σαν το λουρί να το φορούσε ο ίδιος» (σ. 58), τώρα ξαναμπαίνει στη ζωή, ξαναβρίσκει όλο του το μένος (σ. 97), ανακαλύπτει τη «ζωή μιας ομάδας, που δεν την είχε σκεφτεί ποτέ, μια ζωή που αντιτασσόταν στην άλλη, στην επίσημη ζωή της πόλης» (σ. 117), και αισθάνεται τη διάθεση να χιμήξει μπροστά, να εξεγερθεί ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό και στη φονική ανία μιας πόλης/πληγής κακοφορμισμένης.
Απομακρύνεται από το αλκοόλ. Θέλει να τρανταχτεί, «να αποτινάξει από πάνω του τα άχυρα του στάβλου του, τις άσχημες μυρωδιές που ήταν ακόμη κολλημένες στο πετσί του» (σ. 133), και το κάνει. Κι αυτό είναι ο θρίαμβός του. Κάπου, στη σελίδα 128, ο Σιμενόν, μιλώντας για έναν θερμοκέφαλο νεαρό, τον Μανού, μας κλείνει το μάτι αποκαλύπτοντάς μας το συγγραφικό του πρόγραμμα: «Εκεί που οι άλλοι έπαιζαν λίγο πολύ αθώα, εκείνος έφερε έναν επικίνδυνο ρεαλισμό».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Ο Μπαμπασάκης γράφει για την "Κυριακή" του Αλέξη Σταμάτη

Η Αρχιτεκτονική
της Σκόρπιας Δύναμης



Κάπου σ’ ένα τεράστιο συμπαντικό πισί υπάρχουν όλα τα φάιλ. Εκεί παίζει ό,τι έχει συμβεί απ’ την αρχή, απ’ την έκπληξη, ξέρω ’γω, ή απ’ τον Αδάμ. Μπορεί να ‘’ναι καρφωμένα στον ουρανό, μπορεί να χορεύουν στον αέρα, μπορεί να ‘’ναι σύννεφα, αέρας γεμάτος ζιπ φάιλ ή μπλου τουθ ή μπλακ άι ή όποια γαμημένη τεχνολογία παίζει εκεί πάνω. Κάπως όμως τα κατεβάζεις. Κι άμα τα πειράζεις, τότε ξεχύνεται το μέλλον. Και ξυπνάς. Και την παίζεις τη ζωή μονότερμα
Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή [σ. 31]



Η Κυριακή είναι η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Δύναμης – για να θυμίσουμε τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και τη Μαρία Μήτσορα μαζί. Ο σαρανταπεντάχρονος δημοσιογράφος Πέτρος Τσακαλώτος και ο δεκαεννιάχρονος εικονολήπτης Βασίλης Σκιάδης συναντιούνται σ’ ένα νεκροταφείο την Κυριακή των εκλογών του 2009. 4 Οκτωβρίου. Δύο κόσμοι ραγισμένοι, δύο ξεχαρβαλωμένα σύμπαντα, συναντιούνται. Ένας Δανός ποιητής επέμενε: πλάσματα συναντιούνται και μια γλυκιά μουσική βγαίνει από τη συνάντησή τους. Αλλά εδώ, στην Κυριακή [εκδ. Καστανιώτης], η μουσική της συνάντησης είναι τραχιά, σπιντάτη και σπινταρισμένη, άγρια, βραχνή. Μια τεθλασμένη μουσική.
            Πολλών η ζωή στη μεγαλούπολη δεν είναι παρά ένα κοιμητήριο ελπίδων, ένα νεκροταφείο ονείρων και προσδοκιών, μια μίζερη αλυσίδα μίζερων προδοσιών. Το γαϊτανάκι της ασημαντότητας. Έτσι και ο Πέτρος, έτσι και ο Βασίλης. Ανήμποροι να συνυπάρξουν με άλλους, ανήμποροι και να μείνουν μόνοι. Να κουβαλάνε από μιαν αυτοκτονία ο καθένας του στην πλάτη. Σύζυγος, για τον ένα. Πατέρας, για τον άλλο. Το πικραμύγδαλο της διάψευσης. Η μουντίλα της ματαιότητας. Ο ένας γράφει. Καταγράφει, εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις, το αίνιγμα της ζωής του, πασχίζοντας να ανακαλύψει το γιατί της αποτυχίας του στην ύπαρξη. Την αποτυχία όλης της γενιάς του. Μια αποτυχία που, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί καν να είναι παταγώδης, καθότι δεν έχει μέγεθος, δεν έχει ούτε στάλα μεγαλείου. Μιζέρια εις την νιοστή. Ο άλλος συνάζει εικόνες. Το κάνει επαγγελματικά, για ένα χαρτζιλίκι, ούτε καν μεροκάματο. Αλλά, κυρίως, συνάζει εικόνες εντός του. Και με μια δική του γλώσσα, πασχίζει και αυτός να καταγράψει το αίνιγμα της ύπαρξης και να δει αν έχει κάποιο νόημα. Συνάζει εικόνες ακατάπαυστα εντός του. Σχεδόν ψυχεδελικές. Ενίοτε εφιαλτικές. Εικόνες-σπαζοκεφαλιές, κυριολεκτικά.
            Μπλέκουν. Από μια παρεξήγηση. Ζούνε το φιλμ της Αθήνας, το φιλμ της καθημερινής ζωής, που ναι μεν κυλάει στις σκουριασμένες ράγιες της, αλλά δεν παύει να κρύβει, και να εμφανίζει, εκπλήξεις και απρόοπτα. Απροσδοκήτως, και από ένα λάθος που στον καθένα έχει συμβεί, μπλέκουν. Μπλέκουν με το υπέδαφος της καθημερινής ζωής. Με μια συμμορία, μίζερη κι αυτή, ανθυποσυμμορία, δανειστών/τοκογλύφων.
Μια αμυχή, λίγο αίμα, και η αληθινή ζωή αρχίζει να αργοσαλεύει και πάλι. Κάτι σαν επίτηδες ξεκουρδισμένο νουάρ, σαν μπλουζ που το παραλαμβάνει ο εκλεκτός κύριος Tom Waits και του αλλάζει τα φώτα για να το αναπαλαιώσει. Η πλοκή να είναι, εδώ στην Κυριακή, ένα δέλεαρ για να παρασυρθεί ο αναγνώστης, όπως παρασύρθηκε και ο συγγραφέας, σε σκέψεις για το είναι/γίγνεσθαι άνθρωπος όντως εντός της μεγάλης λαβυρινθώδους κοσμόπολης. Ιταλικός καφές, αμερικάνικο, τσιγάρο, ανατολική μουσική, μονολογεί ο Πέτρος [σ. 62]. Η ζωή στη μεγαλούπολη με έξι λέξεις. Ή, άλλοτε, με τρεις: Ήχοι από στάχτη [σ. 93]. Ή λίγο πιο περιφραστικά/φιλοσοφικά: Δεν υπάρχει φόβος απώλειας, όταν έχεις ήδη απολέσει. Τίποτα δεν τρεμοσβήνει. Όλα έχουν υπάρξει κι έχουν τελειώσει. Μένει η πόλη, ο καιρός, ο χρόνος, ο χώρος, τα ειπωμένα [σ. 91]. Και άλλοτε, σε πολλά κεφάλαια, στην αρχή τους, χαρτογραφικά: Νοτιοδυτικά την Ιπποκράτους προς Ξιφίου, δεξιά στη Διγενή Ακρίτα, δεύτερη δεξιά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, ανοιχτή στροφή στην πλατεία Αιγύπτου, συνέχεια Πατησίων, δεξιά στην Τήνου [σ. 221].
            Η πλοκή, για σένα αναγνώστη. Όπως για σένα θα είναι και η απόλαυση του soundtrack του βιβλίου – πάντα ο Αλέξης Σταμάτης ενθέτει επιλεγμένες μουσικές στα βιβλία του. Εδώ έχουμε Porcupine Tree, ήδη από την 20ή σελίδα. Λίγο πιο κάτω έχουμε και Peter Handke, όταν το παιδί ήταν παιδί, από το αριστουργηματικό φιλμ Der Himmel ueber Berlin, το τελευταίο σημαντικό έργο του Wim Wenders. Βεβαίως, έχουμε πολύ Νίκο Καρούζο, ευφυώς διαλεγμένα θραύσματα από την ποίησή του που σχολιάζουν διαρκώς τα δρώμενα. Έχουμε μια σύνοψη της ζωής στην Αθήνα, λίαν ποιητική και καταιγιστική σύνοψη, σε τρεις σελίδες [123, 124, 125] . Έχουμε ένα ορατό κλείσιμο του ματιού (!) στο Finegans Wake. Και έχουμε, ω αναγνώστη, την έξοχη ευπρόσδεκτη τέρψη, να μετακινηθούμε, θαρρείς με ένα αερόπλοιο, που ενδεχομένως λέγεται Ινκονβήνιενς, όχι μόνο στο χώρο αλλά και στο χρόνο, και να πάμε στις αρχές του αιώνα, να πάμε από την σελίδα 168 της Κυριακής στη σελίδα 996 μιας άλλης μέρας, ενός άλλου μυθιστορήματος, Ενάντια στη μέρα. Οι λέξεις μπορεί να έχουν ενίοτε το βάρος μιας νεογέννητης σκνίπας. Οι λέξεις, πάντως, του μυθιστοριογράφου, έχουν πάντα βάρος. Οι λέξεις του μυθιστοριογράφου γίνονται οδόσημα. Οι λέξεις του μυθιστοριογράφου είναι γενναιόδωρο χάρισμα και μοίρασμα. Φώτα πορείας, είναι οι λέξεις, μέσα στα θαμπά, ακόμα και σκοτεινά, τοπία μιας ζωής που μοιάζει κατατεμαχισμένη.
            Ευχαριστώ τον Αλέξη για τις λέξεις. Ευχαριστώ τον Σταμάτη που δεν σταματάει.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης







Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Ο Μπαμπασάκης γράφει για την "Ελευθερία" του Franzen

«Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…»






Τζόναθαν Φράνζεν, Ελευθερία
Μετάφραση: Ρένα Χατχούτ
Εκδ. Ωκεανίδα

Μυθιστόρημα-ποταμός, οικογενειακή σάγκα, φαινομενική αντιμαχία αντίπαλων παρατάξεων –που εντέλει γλυκόπικρα ομονοούν–, και κάτι σαν μανιφέστο να τρεμοπαίζει άλλοτε, και άλλοτε να διαλαλεί τα δικά του. Λάμψεις ποιητικότητας μέσα σε μιαν αφήγηση σφιχτοπλεγμένη, μιαν αφήγηση ακριβείας, ένα χιούμορ που δεν θέλει να είναι επώδυνο, απλώς διευκρινιστικό, και πολλές αναφορές στην αμερικανική μουσική, συν κάμποσα κλεισίματα ματιού στο προηγούμενο μυθιστόρημα, τις Διορθώσεις (μτφρ. Αλέξης Εμμανουήλ, εκδ. Ωκεανίδα).
            Ο Γουόλτερ, η Πάτι, ο Ρίτσαρντ, η Τζόι και η Κόνι, η Τζέσικα, η Λαλίθα (ο μοναδικός βίαιος θάνατος σε 786 σελίδες!), όλοι ήρωες ολοένα και λιγότερο γοητευτικοί, μπλεγμένοι σε καταστάσεις ολοένα και λιγότερο συναρπαστικές. Η Μεγάλη Αμερικανική Κατάθλιψη να καραδοκεί, να απλώνεται σε όλο το τοπίο, ενώ οι όλο ένταση και πάθος και δύναμη και δόξα και τρέλα και μεγαλείο χαρακτήρες κάποιων παλαιών όπως ο Χέιμνγουεϊ, ο Μέιλερ, ο Μίλερ, ο Κέρουακ, μοιάζουν εξορισμένοι από το σύμπαν του Τζόναθαν Φράνζεν (1959), ένα σύμπαν αποτελούμενο από πεδία μάχης όπως το χρηματιστήριο, ο κόσμος των επιχειρήσεων, η ανθυποεξουσία της ανθυποπολιτικής, η στραπατσαρισμένη και αιμορραγούσα (αλλά πάντα ζωντανή) οικογένεια.
            Ας ρίξει ο αναγνώστης μια ματιά στο πώς χρησιμοποιείται η λέξη «ελευθερία» από τον Φράνζεν και τους χαρακτήρες του, και θα διαπιστώσει πόσο ανάπηρη είναι πλέον αυτή η ελευθερία, του γερασμένου αμερικανικού ονείρου, του ξεχαρβαλωμένου κλιματιζόμενου εφιάλτη, των ετοιμοπαράδοτων προσδοκιών, των οραμάτων που προχώρησαν σε αναγκαστική προσγείωση (δείτε στις σελίδες: 260, 267, 285, 380, 381, 384, 624,μ 627, 663, 674, 683, 700, 707, 714, και 789). Μια ελευθερία που καμώνεται ότι είναι απαστράπτουσα. Αλλά δεν είναι. Είναι μια γκριζομάλλα, κατάκοπη, σουφρωμένη, μαραζωμένη, άσφαιρη ελευθερία.
            Διαβάζοντας τούτο το μυθιστόρημα, αισθάνεται κανείς ότι ναι μεν τέλειωσαν, και ορθά, οι Μεγάλες Αφηγήσεις που ξαπόστειλαν τόσο κόσμο και τσάκισαν τόσες ελευθερίες, αλλά στη θέση τους έμεινε ένα φτωχαδάκι κενό, μια μακιγιαρισμένη μιζέρια, ένα έλλειμμα οραμάτων και ονείρων. Θυμήθηκα τη φράση του Ραούλ Βανεγκέμ, «τρεις χιλιάδες τσιμπήματα με καρφίτσα, είναι εξίσου θανατηφόρα με τρία χτυπήματα με ρόπαλο».
            Μεγάλη στιγμή του Φράνζεν είναι το κέντημα πάνω στον ανυπέρβλητο Δράκο του Νίκου Κούνδουρου (βλ. σσ. 144, 271, και όλο το κεφάλαιο «Ο δράκος της Ουάσινγκτον», σσ. 622-708), ενώ λίαν ευπρόσδεκτες για τους μουσόφιλους είναι τόσο οι περιπέτειες του ροκ ήρωα Ρίτσαρντ Κατς όσο και οι μνείες σε πληθώρα μουσικών (Pearl Jam, U2, Velvet Underground, Blondie, Buzzocks, Iggy Pop, Bob Dylan, Fleetwood Mac, Neal Young, αλλά και Gyorgi Ligeti!)
            Άλλες ωραίες αναφορές: στον Thomas Pynchon (σ. 103) και στον Thomas Bernhard (σε πολλές σελίδες, καθώς είναι ο αγαπημένος συγγραφέας του Ρίτσαρντ Κατς). 
            Πλούσιο μυθιστόρημα, φτωχή ελευθερία.
            Δεν ξέρω αν ο Φράνζεν είναι ο νέος Τολστόι, όπως λένε διάφοροι. Πάντως, σίγουρα δεν είναι Ντοστογιέφσκι!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Générique / Ζενερίκ & Προσεχώς

[Προσεχώς: Κείμενα του Ρωμανού Σκλαβενίτη, του Τάσου Μελίτη, της Νεφέλης Λαπαρίδου. Επίσης, παρουσιάσεις των βιβλίων Ελευθερία του Τζόναθαν Φράνζεν (εκδ. Ωκεανίδα), Κυριακή του Αλέξη Σταμάτη (εκδ. Καστανιώτη), Οι Άγνωστοι μέσα στο Σπίτι του Ζορζ Σιμενόν (εκδ. Άγρα), Omega minor του Πολ Βεράχεν (εκδ. Πόλις), Τα Πορταίτα της της Αννίτας Π. Παναρέτου (εκδ. Εστία), και Γένεσις 1:26 του Lucas Marmaduke (εκδ. λογείον), όλες από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη. Επίσης από τον Μπαμπασάκη ένα αφιέρωμα σε βιβλία σχετικά με καταστροφές και ολέθρους, όπως: Ο Ντοστογιέφσκι στο Μανχάταν του Αντρέ Γκλυξμάν (εκδ. Γκοβόστης), Η Χρονιά της Ερήμου του Πέδρο Μαϊράλ (εκδ. Πόλις), Ο Δρόμος του Κόρμακ ΜακΚάρθυ (εκδ. Καστανιώτης), και Άνθρωπος σε Πτώση του Ντον Ντελίλο (εκδ. Εστία). Ήγουν, σφιχτό πρόγραμμα αναρτήσεων για τον Οκτώβριο]. Ακολουθεί το Ζενερίκ του Οκτωβρίου, η μόνιμη στήλη μου στο περιοδικό Διαβάζω.

Δρομέας στα Σύγνεφα





Στυλ, όντως αλλοπρόσαλλο […] Υπάρχουν δρομείς που σου δίνουν την εντύπωση ότι ίπτανται, άλλοι ότι χορεύουν, άλλοι ότι παρελαύνουν, κάποιοι ότι τρέχουν σαν καθισμένοι στα γόνατα. Υπάρχουν ορισμένοι που είναι σαν να σπεύδουν ολοταχώς εκεί όπου μόλις τους έχουν φωνάξει. Ο Εμίλ, τίποτα απ’ όλα αυτά.
Jean Echenoz, Δρόμος Αντοχής

Οι παρεξηγήσεις έχουν την μουντάδα της άσφαιρης κοινοτοπίας. Και οι γενικεύσεις. Ο Σιοράν διατεινόταν, με καλώς συγκερασμένη περηφάνια, ότι είναι φονιάς των βεβαιοτήτων. Οι βεβαιότητες δεν είναι καν για τους στρατιωτικούς ωφέλιμες, πόσο μάλλον για τους ποιητές, έλεγε.
            Κάποτε δέσποζε η φήμη ότι οι βιβλιολάτρες είναι ακοινώνητοι διοπτροφόροι, με δείκτη και μέσο κίτρινους από τη νικοτίνη, με ασυγκράτητες ροπές προς ποικίλες καταχρήσεις. Άλλοι, έκαναν μόδα την αγανάκτηση απέναντι σε τέτοιους ολέθρους και παρουσίασαν στιλβωμένα προφίλ, δηλώσεις ζωοφιλίας και οικολογικής ευαισθησίας, παρέα με φωτογραφίες δουλεμένες με την πλαστική χειρουργική του photoshop. Αυτοί φλέρταραν κάποτε με έναν άκρατο μποεμισμό/μπητνικισμό και μετανόησαν με το πρώτο γκριζάρισμα στους κροτάφους, ή με τον δεύτερο γάμο. Ή πρόκειται για κυρίες που γράφουν πολυσέλιδα θεληματικά πηγούνια, προορισμένα να καταναλωθούν με βουλιμία και τάχιστα. να λησμονηθούν
            Αλλά: υπάρχουν πολυκύμαντοι γραφιάδες θαυμαστής πνευματικής ρώμης που δεν άφησαν στην άκρη τη σωματική άσκηση, ή την έπιασαν, επιτυχώς, σε κάποια κρίσιμη καμπή του βίου τους – όχι πάντα για λόγους υγείας. Από κέφι. Με τριζάτο μεράκι. Ο Ντεριντά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε άσσο του ποδοσφαίρου, ομοίως και ο  Καμύ – δες τη συγκλονιστική βιογραφία Αλμπέρ Καμύ – Μια Ζωή του Ολιβιέ Τοντ (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Καστανιώτης). Ποδοσφαιρικό ταλέντο υπήρξε ο ποιητής και δοκιμιογράφος Νάσος Βαγενάς (ας τον συγχαρούμε για τον τόμο Κινούμενος Στόχος (εκδ. Πόλις), όπως επίσης, με τα χρώματα του τριφυλλιού, ο πρωτοποριακός σκηνοθέτης Θανάσης Ρεντζής.
 Ο Τζακ Κέρουακ είχε λαμπρές επιδόσεις στο αμερικανικό φούτμπολ, τις οποίες κατέγραφε αόκνως. Έμπρακτη ήταν η αγάπη που είχαν για την πυγμαχία ο Χέμινγουεϊ και ο Μέιλερ, ενώ τόσο ο Σάμιουελ Μπέκετ όσο και ο Χένρι Μίλλερ διένυσαν χιλιάδες χιλιόμετρα με τα ποδήλατά τους. Ο Μίλλερ διέπρεψε και στην επιτραπέζιο αντισφαίριση, ομοίως και ο Τζέρομ Τσάριν, του οποίου τα βιβλία στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδ. Άγρα και ο οποίος έχει γράψει βιβλίο για το άθλημα, το Sizzling Chops & Devilish Spins, λατρεμένο από τον Ντον Ντελίλο. Μάγος του πινγκ-πονγκ είναι και ο δικός μας Θανάσης Χειμωνάς.
            Ο Ζαν Εσνόζ γράφει τον Δρόμο Αντοχής (εκδ. Πόλις) και ο Αχιλλέας Κυριακίδης μεταφράζει με λεπταίσθητη ακρίβεια. Είναι η ιστορία του πρίγκιπα Μίσκιν των σταδίων, του Εμίλ Ζάτοπεκ (1922-200). Οι συγγραφείς Χαρούκι Μουρακάμι και Χρήστος Χρυσόπουλος ξέρουν πολλά για το τρέξιμο. Κλασικό είναι το διήγημα του Άλαν Σίλιτοου Η Μοναξιά του Δρομέα Μακρινών Αποστάσεων (μτφρ. Θέμης Μιχαήλ, εκδ. Γράμματα), που μεταφέρθηκε δυναμικά στη μεγάλη οθόνη από τον Τόνι Ρίτσαρντσον, με τον απαράμιλλο Τομ Κόρτνεϊ. Οι εκδόσεις Ωκεανίδα ανέλαβαν την έκδοση του χουρακάμιου Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο, και ας παρακινήσουμε τον Χρυσόπουλο να μας κεράσει κάτι ανάλογο. Ο συγγραφέας και αστροφυσικός Βασίλειος Δρόλιας (Τυχαία Είσοδος, εκδ. Τόπος και http://ficciones.wordpress.com ), έτρεξε στον πανηγυρικό μαραθώνιο και τερμάτισε χαμογελώντας λες κι αντίκριζε χρυσαφένια σύγνεφα σ’ έναν ουρανό καμωμένο από μελωδίες του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ – χρόνια είχα να δω τόσο ηδύ και ευδαίμον χαμόγελο. Δρομέας δεινός συμβαίνει να είναι και ο εικαστικός και αντιπρύτανης της ΑΣΚΤ Πάνους Χαραλάμπους.
            Το ηθικό δίδαγμα από όλες αυτές τις μικρές ιστορίες είναι τούτο: ας μη στενεύουμε της φαντασίας τα όρια κι ας μην δεχόμαστε ότι είναι αδύνατον να βγεις από το καπηλειό και ν’ αρχίσεις να τρέχεις σαν τον Εμίλ Ζάτοπεκ στις αλέες μιας ερειπωμένης εποχής αλλά και στου ουρανού τα σύγνεφα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 17/IX/2011