Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Merzbau / Η Στήλη του Σβίττερς / Μονίμως κάθε Παρασκευή





Love is a Dog from Hell

[στην Ελεάννα] 




Ναι, έτσι το έλεγε ο μεγάλος ποιητής Τσαρλς Μπουκόφσκι: Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος Απ’ Την Κόλαση. Δεν έχει να κάνει με ζαχαρένιες γλυκερότητες και γλυκερές ζαχαρότητες, η Αγάπη. Ο Έρως είναι το τραγούδι που ξεγελάει το Χρόνο, και είναι ενίοτε σκληρός και άγριος και αδυσώπητος και τραχύς και βραχνός. Είναι ακαριαίος και αιώνιος ο Έρως. Είναι ο ανθός της ζωής, αλλά και η ωστική δύναμη που μας διώχνει μακριά από το βόλεμα, το χουχούλιασμα, τη ρουτίνα, τη σήψη της καθημερινότητας (μια σήψη που γίνεται αισθητή, και λίαν οδυνηρή, όταν είναι πια πολύ αργά). Ο Έρως είναι το ευωδιαστό ρόδο, το μεγάλο δώρο της ζωής, αλλά πόσο είμαστε σήμερα ικανοί ένα τέτοιο ρόδο να μυρίσουμε, ένα τέτοιο δώρο να δεξιωθούμε; Οι συγγραφείς και οι ποιητές, αν μιλάνε με όλο τους το είναι για κάτι είναι για τον Έρωτα και το Θάνατο, τις δύο αυτές μεγάλες αντίπαλες στρατιές. Ας τους ακούσουμε. Ποτέ δεν χάσαμε ακούγοντας τους συγγραφείς και τους ποιητές. Ποτέ!

Στη γένεση του έρωτα, το σήμερα γίνεται αιώνιο. Όταν χάσουμε την αγάπη μας, η προσμονή μιας ώρας γίνεται προσμονή χρόνων ολόκληρων ή και αιώνων, και η νοσταλγία της στιγμής αυτής της αιωνιότητας ποτέ δεν μας εγκαταλείπει.
Φραντσέσκο Αλμπερόνι, Το Ξύπνημα του Έρωτα (εκδ. Χατζηνικολή)

Οι ερωτευμένοι κατοικούν και διαβαίνουν τους τόπους με την αίσθηση ότι αναζητούν κάτι άλλο, ενώ στο τέλος οι ίδιοι αυτοί τόποι, η αδιάφορη εξωτερικότητα, αποτελούν το εσωτερικό του έρωτά τους.
Κωστής Παπαγιώργης, Ίμερος και Κλινοπάλη (εκδ. Καστανιώτης)

Η ηδονή του έρωτα, αν και δεν το λέμε, έχει και τ’ αγκάθια της. Έχει όμως και τις χαρές της. Μέσα σε τι παραφορά ολοκληρώνουμε τις πράξεις της, για να ευχαριστήσουμε το πρόσωπο που εκτιμάμε απεριόριστα!
Βλάσιος Πασκάλ, Λόγος για τα πάθη του Έρωτα (εκδ. Ευθύνη)

Ο έρωτας επιτρέπει να ζούμε στο πρόσωπο του άλλου τον δικό μας εσωτερικό κόσμο.
Άλντο Καροτενούτο, Έρως και Πάθος (εκδ. Ίταμος)

Να κερδίζεις πάλι τη μέρα
Να της χαρίζεις την εικόνα και το ξαφνιασμένο όνειρο
Η αγάπη ξεδιπλώνεται
Ας επιστρέψουμε στο μέλλον προς τη λάμψη νέων προσώπων
Και τα λόγια που φέρνουν τις αποτελεσματικές χειρονομίες πέρα από κάθε εντολή.
Νικόλαος Κάλας, Δεκαέξι Γαλλικά Ποιήματα (εκδ. Ύψιλον)

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα// Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω/ Να μπαίνω σαν Πανσέληνος/ Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια/ Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη/ Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω/ Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές.
Οδυσσέας Ελύτης, Το Μονόγραμμα (εκδ. Ίκαρος)

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κι αν κάποτε μιλάμε αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανοίγει σα λουλούδι
Κι ανύποπτα περνά μες στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.
Μαρία Πολυδούρη , Μόνο γιατί μ’ αγάπησες (εκδ. Μεταίχμιο)

Επιθυμώ αυτό που έχω, τίποτ’ άλλο.
Η αφθονία μου σαν θάλασσα πληθαίνει,
Κι είναι η αγάπη μου σαν θάλασσα βαθιά.
Όση σου δίνω, τόση έχω πιο πολύ,
Είναι απέραντες κι οι δυο. Καληνύχτα.
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ρωμαίος και Ιουλιέττα  (εκδ. Πατάκης)








Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Merzbau / Η Στήλη του Σβίττερς / Ρωμανός Σκλαβενίτης



MERZBAU
[Κάθε Παρασκευή, μονίμως]


Τράφηκα από την ποίηση, ανατράφηκα με την ποίηση, συναναστράφηκα την ποίηση όπου τη βρήκα (η ποίηση δε βρίσκεται πάντα στα βιβλία με τα ποιήματα) και προχθές βράδυ, διαβάζοντας «Τ’ Αγνάντεμα» του Παπαδιαμάντη συλλογίστηκα μάταια – ακόμα μια φορά – τι είναι η ποίηση; Τι είναι αυτό που μας φέρνει σε αντιστοιχία, σε αντιφέγγισμα με την ομορφιά ή με το ανώτερο; Τι είναι ομορφιά; Επιλογές ύστατες.
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea (εκδ. Δόμος)



Σκακιέρα και Λαβύρινθος

Να χάνεσαι για να βρεθείς, ναι, να χώνεσαι, να χάνεσαι, ξανά και ξανά, αλλά πάντα να έχεις για νήμα την ποίηση της περιπέτειας, την περιπέτεια της ποίησης, και να είναι δίνη και στρόβιλος αλλά και κήπος αχανής. Η λεγόμενη μπλογκόσφαιρα, ένα πελώριο άυλο οικοδόμημα, μια αεικίνητη interzone, ναι, μια διαζώνη όπως έλεγε ο W. S. Burroughs στο Naked Lunch, αλλά και ένα «άλεφ», ένα μαγικό κατιτίς που τα συμπεριλαμβάνει όλα και αλλάζει αενάως, όπως το φαντάστηκε ο Borges.

Έστησα ένα μπλογκ, το La vie est belle et facile [http://belleviefacile.blogspot.com/] όπου καταπιάνομαι με όσα αγάπησα μες στα ερείπια μιας εποχής, με όσους δημιουργούς και όσες προσωπικότητες στάθηκαν οι οδοδείκτες μου: Νίκος Καρούζος, Guy Debord, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Charles Bukowski, Malcolm Lowry. Αλλά και με τη διαλεκτική των διαθέσεων, με τις εκάστοτε ροπές και τάσεις μου που συνθέτουν την παλλόμενη παρέμβασή μου στην καθημερινότητα. Μετά, έστησα το [Bookspotting http://bookspottings.blogspot.com/], το Απόλυτο Μπλογκ Για Τα Βιβλία όπου παρελαύνουν κείμενα για τις σελίδες που μας πλουτίζουν τη ζωή.

Για μένα, η Μπλογκόσφαιρα είναι σκακιέρα και λαβύρινθος. Και αληθεύει ότι σε όσους άρεσαν οι λαβύρινθοι άρεσε και το σκάκι. Μαθαίνεις να ελίσσεσαι στο επικίνδυνο πεδίο, μαθαίνεις να χαρτογραφείς το χάος, μαθαίνεις να ονειρεύεσαι με τα μάτια ανοιχτά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης


*   *   *

Το Τσιτάτο του Σαββατοκύριακου

Η πραγματική δημιουργία απαιτεί, προϋποθέτει, μία ταπείνωση, μία απογύμνωση, και προπαντός μία διακινδύνευση.
Δημήτρης Δημητριάδης, Το Πέρασμα στην Άλλη Όχθη (εκδ. Άγρα, σ. 141)

*   *   *

Σαλόνικα Αμούρ

[Στέφανος Τσιτσόπουλος, Flâneur, Ιανός]


Για πολλούς, η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς μία πόλη πάνω από τον τροπικό του Καρκίνου και κάτω από τον Αρκτικό Κύκλο, αλλά μία πόλη του ελληνικού κράτους: βρώμικη, δυσλειτουργική, στενόχωρη, φτηνή, ένας φτιασιδωμένος παλιάτσος. Για άλλους, πάλι, η Θεσσαλονίκη είναι ένα ιδρωμένο ανθρώπινο σώμα· οι πατούσες του βυθίζονται στη χθαμαλή δυστοπία και τα χέρια του απλώνονται στον φανταστικό γαλάζιο ουρανό.
   Κοιτούσα πάντοτε τη Θεσσαλονίκη με κάτι μάτια σαν πανσέληνους. Τα δάχτυλα των ποδιών μου ίδρωναν μέσα στα παπούτσια, θορυβημένα κι αυτά απ’ όσα κατέγραφε ανεστραμμένα ο αμφιβληστροειδής μου. Η Θεσσαλονίκη ήταν ένα επαρχιωτικό μόρφωμα, ένα ανοσιούργημα γνήσια ελληνικό- κι ας ήταν ανεστραμμένη. Σε κάθε γωνιά της, μία μπανανόφλουδα σάπιζε· σε κάθε αυτοκινητόδρομο, μία γάτα ψυχορραγούσε, ενόσω οι περαστικοί περιεργάζονταν τα ξεχυμένα της εντόσθια. Πατούσα την άσφαλτο και έτρεμα μήπως το αίμα απ’ την αναποδογυρισμένη γάτα στάξει στο κεφάλι μου. Κοιτούσα τη Θεσσαλονίκη με φρίκη· την κοιτούσα, όμως δεν μπορούσα να τη δω.
   Διαβάζοντας το Flaneur του Στέφανου Τσιτσόπουλου, ανακάλυψα έκπληκτος μιαν άλλη πόλη. Μια πόλη που μοιάζει με το Λος Άντζελες. Η Θεσσαλονίκη ξεκόλλησε από το χάρτη και για λίγες ώρες αιωρούνταν μέσα στην ομίχλη. Ο περιφερειακός την έσφιγγε γύρω-γύρω σαν τα δαχτυλίδια που βάζουν στο στομάχι οι χοντροί για να αδυνατίσουν. Το Πανόραμα στεκόταν εκεί ψηλά, στο λόφο, σιωπηλό· ένα σπίτι, διαπερασμένο μόνο από τις ακτίνες του φωτός, κατόπτευε το πεδινό sprawl που κόβει απότομα η θάλασσα, όπως το σπίτι των Χέντερσον στο Λος Άντζελες του Σαμ Σέπαρντ. Κοιτούσα γύρω, αναζητώντας την κόκκινη Φορντ Μάστανγκ που θα με οδηγούσε στο Παρίσι: όχι στο Παρίσι της Γαλλίας, αλλά στο Παρίσι του Τέξας.
   Το κάλεσμα του ανοιχτού δρόμου που κουδούνιζε στα αυτιά του Τζακ Κέρουακ και των άλλων κακών παιδιών έφτανε επιτέλους και στα δικά μου. Ερχόμουν στη Θεσσαλονίκη, κουβαλώντας μόνο ένα ζευγάρι κλειδιά, όπως ο Άρλο Γκάθρι. Στη Θεσσαλονίκη, όπου ο πειρασμός του αυτοκινητόδρομου συνομιλούσε με τον πειρασμό της απέραντης θάλασσας, το μπλε. Το μπλε του αλμυρού νερού που ενώνεται στον ορίζοντα με το άλλο μπλε, του ουρανού. Ενός ουρανού γεμάτου με αεροπλάνα. Ποιόν δρόμο να πάρω άραγε; Να οδηγήσω, να πετάξω;
   Μέσα από αυτό το βιβλίο, η Θεσσαλονίκη έπαψε να είναι εξάμβλωμα και μεταμορφώθηκε σε αληθινή μητρόπολη. Η πόλη έπαψε να μου φαίνεται ξένη. Eγώ ο ίδιος έπαψα να είμαι ξένος· έπαψα να διαβαίνω μόνος. Ο Τζιμ Μόρισον το είχε σχεδόν πει: people are strange(rs), when you’re a stranger- faces look ugly, when you’re alone.

Ρωμανός Σκλαβενίτης





Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Books & Box



Books Box Spotting

[Αφιέρωση στον Θανάση Λάλα, στον Κωνσταντίνο Μπογδάνο, στον Δημήτρη Μπογδάνο]



Νότες

O Miles Davis έφυγε για τους Ουράνιους Λειμώνες πριν από είκοσι χρόνια, το 1991. Είχε προλάβει να αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε, έξι φορές.
Όταν περνούσε από την ασύδοτη κραιπάλη στην πειθαρχημένη εγκράτεια,
τρεις ήσαν οι μεγάλες παρηγοριές του:
η μαγειρική (με άθλια αποτελέσματα),
η ζωγραφική (με λίαν ενδιαφέροντα κυήματα),
και η πυγμαχία (δεν-θα-ήθελες-να-τον-έχεις-αντίπαλο-στο-ρινγκ).
Είκοσι χρόνια πριν πεθάνει, και σαράντα χρόνια από σήμερα,
ο Μέγας Miles
θέλησε να αποτίσει φόρο τιμής στον Τιτάνα της Πυγμαχίας
τον Jack Johnson,
 τον Πρώτο Αφροαμερικανό Πρωταθλητή Βαρέων Βαρών.
Το A Tribute to Jack Johnson
αποτελείται από δύο κομμάτια:
  1. Right Off [26 λεπτά και 54 δεύτερα], 2. Yesternow [25λεπτά και 36 δεύτερα].
Αμφότερα αριστουργήματα!



Σελίδες

  1. Arthur Cravan, Ο Oscar Wilde ΖΕΙ ! [και άλλα κείμενα], εισαγωγή-μετάφραση Νίκος Σταμπάκης, εκδ. Φαρφουλάς
  2. David Lalé, Τελευταίος Σταθμός Σαλίνα Κρους, μτφρ. Έλενα Τσουκαλά, εκδ. Πάπυρος
  3. Αντόνια Λογκ, Shadow-Box, μτφρ. Γιάννης Καστανάρας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
  4. Jack London, Ιστορίες του μποξ, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα
  5. Norman Mailer, Ο Αγώνας, μτφρ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Καστανιώτης
  6. Maria Lluisa Borràs, CRAVAN, Une stratégie du scandale, εκδ. Jean Michel Place
  7. Roger Lloyd Conover, Arthur Cravan – Poète et Boxeur, εκδ. Galerie 1900/2000


PS. Isaki Lacuesta, Cravan vs Cravan

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

10 Ιουνίου 2011 Merzbau / Η Στήλη του Σβίττερς




MERZBAU
[Κάθε Παρασκευή, μονίμως]

Μπορούσαμε όμως να νικήσουμε τον εαυτό μας,
να νικήσουμε την έλλειψη ύπνου,
την κόπωση της ζωής,
για να πάμε να βρούμε φίλους.
Χόρχε Σεμπρούν





Χόρχε Σεμπρούν
[10 Δεκεμβρίου 1923- 8 Ιουνίου 2011]

Δεν πρέπει ν’ αφήσεις τούτη τη σιωπή να παγώσει, σαν ένα στρώμα πυκνό από ζελατίνα πάνω στα αντικείμενα, στις χειρονομίες, έλα, σάλεψε, κάνε κάτι, μίλησε, προκάλεσε, ανακίνησε
[Ο Δεύτερος Θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Θεμέλιο, Ιούνιος 1983, με εξώφυλλο του Αλέξανδρου Ίσαρη βασισμένο σε έναν πίνακα του Yves Tanguy]

Μάντρα/Μαγγανεία/Μέλος

λογείον εκδόσεις λογείον λογείον εκδόσεις λογείον λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον λογείον εκδόσεις λογείον
λογείον εκδόσεις λογείον λογείον εκδόσεις λογείον λογείον εκδόσεις λογείον


Ο Αφρός των Ημερών
ή
Bloomsday 2011

Εμείς, λαϊκή ελίτ ή/και αριστοκρατικοί αλήτ’, και τότε μέναμε μακριά από τις χθαμαλές χυδαιότητες και τώρα, εξακολουθούμε, μακριά πάλι, πάντα, από τις χθαμαλές χυδαιότητες. Από το Pop Eleven στη Ράτκα, και από τον Thomas Pynchon στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Από τον Antonioni στον Σφήκα, και από τον John Coltrane στον Μάρκο και στον Μπαγιαντέρα. Από τον Απότσο στον Ορφανίδη, και από το Aurevoir στο Galaxy. Από τον Γιάννη Μόραλη στον  Mark Rothko, και από Νίκο Καρούζο στον Νίκο Καρούζο και στον Νίκο Καρούζο μέσω Νίκου Καρούζου. Χωρίς να ξεχνάμε τον Τάσο Δενέγρη, τον Dylan τον Waits, του Guy Debord το In girum imus nocte et consumimur igni και του Malcolm το Ηφαίστειο. Όταν, λοιπόν, η Αθήνα που λατρέψαμε, και δεν παύουμε να λατρεύουμε, γίνεται τζουλιολαζοπουλαλαβανοχώρι, εμείς πιάνουμε την Parker 51 και γράφουμε. Και θυμόμαστε ξανά τον Ιώσηπο Μοισιόδακα.


Το Τσιτάτο του Σαββατοκύριακου

Η γαλήνη, η δροσιά, ο τρόπος της σιωπηλής ανάπτυξης του γρασιδιού, που αποτελούν προϋπόθεση της δημιουργίας – όλα αυτά, πολύ φοβάμαι ότι προσωπικά θα τα έχω σπάνια… Με καταριούνται τα δολάρια… Αυτά που λαχταρώ να γράψω είναι όλα καταδικασμένα – δεν πουλάνε. Από την άλλη όμως, το να γράψω αλλιώς – δεν το μπορώ.
[Herman Melville – επιστολή στον Χώθορν, άνοιξη του 1851. Στο Σημείωμα της Μεταφράστριας, Μπάρτλμπυ, ο γραφέας, μετάφραση (θαυμάσια) Αθηνά Δημητριάδου, επίμετρο Gilles Deleuze, εκδ. Άγρα, σ. 95. Στην δε προηγούμενη σελίδα, πάντα στο Σημείωμα της Μεταφράστριας, μαθαίνουμε ότι αυτός ο αριστουργηματικός Lewis Mumford ήταν επίσης ο πρώτος βιογράφος του Melville!]

Νέες Κυκλοφορίες
[έξοχες όλες τους]

  1. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οι Έμποροι των Εθνών [τρίτος τόμος των Απάντων που επιμελείται αξιέπαινα η Ελένη Κεχαγιόγλου], εκδ. Το Βήμα.
  2. Ουμπέρτο Έκο, Το κοιμητήριο της Πράγας [το έκτο μυθιστόρημα του Έκο, με κομμουνάρους/καρμπονάρους/δεκεμβριστές], μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδ. Ψυχογιός.
  3. Tariq Ali, Η Νύχτα της Χρυσής Πεταλούδας [το τελευταίο μέρος της Πενταλογίας του Ισλάμ], μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Άγρα.
  4. Batya Gur, Φόνος στο κιμπούτς [αστυνομικό μυθιστόρημα], μτφρ. Κωνσταντίνος Παπαδάκης, εκδ. Πόλις.
  5. Vladimir Nabokov, Το πρωτότυπο της Λώρας [θαυμαστά θραύσματα θάμβους θρυλικού], μτφρ. Νίνα Μπούρη, ρκδ. Πατάκης.


Υπενθυμίσεις
(Ζωγραφική & Έγκλημα!)




Ο Δημήτρης στάθηκε και γύρισε και κοίταξε τον Καρνέζη. Ο ζωγράφος, σημαδεύοντας πάντα τη Μυρτώ, και χωρίς να γυρίση, έψαξε με το άλλο χέρι, πίσω του, για τον διακόπτη του χωλ. Τον γύρισε. Το φως στο χωλ έσβυσε.
[Γιάννης Μαρής, Έγκλημα στο Κολωνάκι, εκδ. Αστυνομικά Βιβλία τής Τσέπης, Αριθ. 1002, 6 δρχ., χχ., σ. 162]

        Πέστε μας, λοιπόν, ποιος είν’ ο ένοχος της δολοφονίας τής Μαργέλη, είπε ο πρόεδρος.
Ήσυχα, χωρίς ίχνος ταραχής, ο Βεργής αποκρίθηκε:
 – Δολοφόνος της Βέρας Μαργέλη ήταν ο διάσημος ζωγράφος Άγγελος Χατζημάρκος, που αυτοκτόνησε τελευταία στο Παρίσι!
[Χρίστος Κ. Χαιρόπουλος, Τα Καλλιστεία του Θανάτου, εκδ. Αστυνομικά Βιβλία τής Τσέπης, Αριθ. 1003, 6 δρχ., χχ., σ. 122]




Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Générique / Ζενερίκ / Διαβάζω


[Η μόνιμη στήλη μου στο Διαβάζω. Από τις αποκεντρωμένες, μα εξόχως κεντρικές εκδόσεις λογείον κυκλοφόρησε το βιβλίο μου Générique / Ζενερίκ με επιλεγμένα κείμενα της στήλης]

Νιτσεράδα



νιτσεράδα (η) 1. πανωφόρι κατασκευασμένο από μουσαμά, το οποίο είναι αδιάβροχο και συνήθ. το φορούν για προστασία οι ναυτικοί ΣΥΝ. αδιάβροχο 2. (γενικότ.) κάθε είδους κάλυμμα κατασκευασμένο από μουσαμά.
Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

Πόσο γεράσαμε κιόλας; Πόσο πιο νέοι θα γίνουμε ακόμη;
Νίτσε, Τελευταίες Επιστολές

Ο σημαντικότατος δημιουργός, ο Ούγγρος φιλόσοφος των εικόνων, ο σκηνοθέτης Béla Tarr εμπνέεται από το περιβόητο περιστατικό με τον Νίτσε και το άλογο στο Τορίνο. Στα 1889. Ο κλονισμός και η κατάρρευση του μεγάλου στοχαστή και ποιητή. Ο Béla Tarr, στην τελευταία (πιο πρόσφατη αλλά και έσχατη – όπως για πρώτη φορά εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα πριν από μερικά χρόνια) φιλμική δημιουργία του, στο αριστούργημα Το Άλογο του Τορίνο, καταπιάνεται με το δράμα της υπάρξεως σε έναν κόσμο όπου η ύπαρξη του δράματος μοιάζει να εξαλείφεται από τις απανωτές παρατάξεις εικόνων φρίκης και την εναλλαγή τους με εικόνες ηλιθιότητας και χαμέρπειας. Ο Tarr εστιάζει στο άλογο και με πλάνα πλαστικότητας απαράμιλλης μας υπενθυμίζει να είμαστε –να σκεφτόμαστε, να πράττουμε, να αισθανόμαστε σαν– άνθρωποι.
            Μιλάει ο Béla Tarr: «Τορίνο, 3 Ιανουαρίου 1889: ο Φρίντριχ Νίτσε βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού που διαμένει, στην Οδό Κάρλο Άλμπερτ 6. Πιο κει, ο οδηγός ενός δίτροχου κάρου έχει πρόβλημα με το πεισματάρικο άλογό του. Όσο κι αν το τσιγκλά, το άλογο αρνείται να κουνηθεί. Ο οδηγός χάνει την υπομονή του, το μαστιγώνει. Ο Νίτσε μπαίνει στη μέση για να δώσει τέλος στη βίαιη σκηνή, αγκαλιάζοντας το λαιμό του αλόγου, κλαίγοντας. Ο σπιτονοικοκύρης του τον παίρνει στο σπίτι, τον βάζει να ξαπλώσει ακίνητος και σιωπηλός για δύο μέρες, μέχρι που ο Νίτσε θα μουρμουρίσει τα απαραίτητα τελευταία του λόγια και θα ζήσει για ακόμα δέκα χρόνια, βουβός και παράφρων, με τη φροντίδα της μητέρας του και των αδελφών του. Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε το άλογο».
            Αφορμή η ταινία, και τα λόγια του Béla, τα τόσο ανθρώπινα –dignity, αξιοπρέπεια, ήταν η λέξη που έλεγε και όλο έλεγε στο τριήμερο που περάσαμε παρέα– αφορμή πολύτιμη να σκαλίσουμε κάποια πρόσφατα βιβλία, να αναζητήσουμε λέξεις έμπειρες και έμπυρες, φράσεις πυρωμένες, σπαράγματα εμπρηστικά του συγκλονισμένου και συγκλονιστικού λόγου του Νίτσε και των μελετητών του. Μια νιτσεράδα, ένα αδιάβροχο, ένας προστατευτικός μουσαμάς από λόγια, μια άμυνα στη βροχή των αθλιοτήτων.
            Νίτσε: «Η ζωή χωρίς μουσική είναι  απλώς ένα λάθος, μια ταλαιπωρία, μια εξορία» [Τελευταίες Επιστολές, 1887-1889, μτφρ. Αιμιλία Μανούση, εκδ. Άγρα].
            Νίτσε: «Ζαλισμένα τα βλέμματά μας αναζητούν αυτό που μόλις χάθηκε~ γιατί αυτό που βλέπουν μοιάζει σαν να βγήκε από κάποιο πηγάδι για να ανέλθει σε ένα χρυσό φως, πλήρες και δροσερό, γεμάτο δυνατή ζωή κι απερίσταλτη επιθυμία. Η Τραγωδία στέκει καταμεσίς αυτής της περίσσειας ζωής, οδύνης και χαράς, σε υπέροχη έκσταση, αφουγκράζεται ένα μακρινό βαρύθυμο τραγούδι – μιλάει για τις Μητέρες του Όντος, που τα ονόματά τους είναι: Αυταπάτη, Βούληση, Οδύνη» [Η Γέννηση της Τραγωδίας ή Ελληνισμός και Απαισιοδοξία, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλλος, Εισαγωγή Γιώργος Φαράκλας, Επίμετρο Μάρκος Τσέτσος, Pierre Osmo, εκδ. Εστία]
Άλλαν Πέρσυ: «Ο φιλόσοφος έρχεται αντιμέτωπος με τον πόνο και προσπαθεί να βγάλει από αυτόν όφελος με τη μορφή της γνώσης. Ακόμα και οι σκληρότερες στιγμές της ύπαρξης, όπως μια σοβαρή απώλεια, είναι μια ανοιχτή πόρτα σε κάτι που χρειαζόταν να μάθουμε» [Νίτσε – 99 Μαθήματα Καθημερινής Φιλοσοφίας, μτφρ. Αγαθή Δημητρούκα, εκδ. Πατάκης]
            Στέλιος Ράμφος: «Ο εγκληματίας βρίσκεται στο ύψος της πράξεώς του όταν της αφαιρή κάθε ηθικό χαρακτηριστικό. Αν νοιώθη τύψεις αυτοακυρώνεται. Ο Νίτσε θέλει να λειτουργούμε σύμφωνα με την πράξι και με το ύψος της παρορμήσεώς της. Από την στιγμή που μπαίνει το ηθικό συναίσθημα, η ίδια η πράξι απαξιώνεται» [Νίτσε για καλό γούστο, εκδ. Αρμός]

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 15/05/2001

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Merzbau / Η Στήλη του Σβίττερς / Μονίμως κάθε Παρασκευή


MERZBAU
[Κάθε Παρασκευή, μονίμως]

Καθώς όλα γίνανε ζήτημα τάφου
Έγχρωμο ρημάδι ο κόσμος
Αλέξης Τραϊανός






Radio Activity

Παρασκευή, 3 Ιουνίου, 12:00, στον Flash 96.0 FM, και www.flash.gr , ο Μπαμπασάκης εγκωμιάζει το αστυνομικό-μουσικό μυθιστόρημα της Χίλντας Παπαδημητρίου Για μια Χούφτα Βινύλια (εκδ. Μεταίχμιο),  συστήνει την έκθεση Meditations_on_eBOOK που «τρέχει» στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, παίζει μουσική του Μακαρίτη Αρχηγού των Σκοτεινών Τοπίων, Ποιητή και Λυρικού Αλάνη Gil Scott Heron. Τέλος, διαβάζει ένα διαλεχτό απόσπασμα από το λίαν συγκινητικό βιβλίο της Αγαθής Δημητρούκα, Πουλάμε τη Ζωή χρεώνουμε τον θάνατο (εκδ. Πατάκη) – ένα βιβλίο πολύτιμο, για το οποίο ήδη εγκαινιάσαμε ένα πολύπτυχο αφιέρωμα στο Bookspotting (βλ. το κείμενο του Τάσου Μελίτη).

Το Τσιτάτο του Σαββατοκύριακου

– Σ’ αρέσει το μελόρρακο;
– Δηλαδή, ρακί από μέλι;
– Ναι.
– Προτιμώ το καθαυτό, το σταφυλόρρακο.
        Να ’ν’ ευλογημένο
[Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τόμος 2, «Τα Ρόδιν’ Ακρογιάλια» και «Βαρδιάνος Στα Σπόρκα», σ. 108.
Ας επαινέσω και πάλι τον μόχθο της Ελένης Κεχαγιόγλου.
Θάλπος και θάμβος, ο Άγιος Σκιαθίτης]

Νέες Κυκλοφορίες
[έξοχες όλες τους]

  1. Ζερόμ Γκαρσέν, Οι Δύο Αδελφές από την Πράγα, μτφρ. Ρένη Παπαδάκη, εκδ. Πόλις.
  2. H. G. Wells, Η Χώρα των Τυφλών, μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Άγρα
  3. Αλέξανδρος Νεχαμάς, Μόνο Μια Υπόσχεση Ευτυχίας [η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή], μτφρ. Ελένη Φιλιππάκη, εκδ. Νεφέλη.
  4. Μαρλένα Πολιτοπούλου, Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά, εκδ. Μεταίχμιο.
  5. Θανάσης Βαλτινός, Ο τελευταίος Βαρλάμης, εκδ. Εστία.


Υπενθυμίσεις

Κι αυτό το ποτήρι αυτό το άσπρο μισογεμάτο ποτήρι
Ήταν μισογεμάτο ραγισμένο
Κανείς δεν τ’ άλλαξε κανείς δεν ήρθε να τ’ αλλάξει
Να πει τουλάχιστον μην πίνετε
Αλέξης Τραϊανός, Φύλακας Ερειπίων [εκδ. Πλέθρον, 1991, σ. 35]

Εκείνα τα μηνύματα
ολόισα απ’ το κάπου
που δε θα το γνωρίσουμε ποτές
Θεόδωρος Ντόρος, Στου γλιτωμού το χάζι [εκδ. Αμοργός, 1981, σ. 15]

Όλες οι μπουκάλες των ποτών
χύνουν ασταμάτητα οινόπνευμα
στις φλέβες αυτών που δεν πήραν στα σοβαρά τις ευαισθησίες τους
Γιώργος Μαρκόπουλος, Οι Πυροτεχνουργοί, εκδ. Εγνατία/Τραμ, 1979, σ. 43]