Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Merzbau / Η Στήλη του Σβίττερς / Μονίμως κάθε Παρασκευή

MERZBAU
[Κάθε Παρασκευή, μονίμως]

Γιάννης Βαρβέρης
(Αντίο, Ποιητή)

Ευγενικά αρνηθείτε τις προτεινόμενες παρατάσεις του παιχνιδιού. Οι παρατάσεις συνήθως ευνοούν τους κακούς παίκτες. Η παράταση του καλού παίκτη είναι η επόμενη συνάντηση [Κόψε – Μικρός Χαρτοπαικτικός Οδηγός, εκδ. Ερατώ]



Εξωστρέφεια!

Σήμερα, 27 Μαΐου 2011, στον Ιανό, στις 7 το απόγευμα: ο Στέφανος Δάνδολος και ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης συνομιλούν με τον Αλέξη Σταμάτη για το μυθιστόρημά του Κυριακή (εκδ. Καστανιώτης). Η ηθοποιός Δανάη Παπουτσή διαβάζει αποσπάσματα.


Το Τσιτάτο του Σαββατοκύριακου

Κάπου σ’ ένα τεράστιο συμπαντικό πισί υπάρχουν όλα τα φάιλ. Εκεί παίζει ό,τι έχει συμβεί απ’ την αρχή, απ’ την έκπληξη, ξέρω ’γω, ή απ’ τον Αδάμ. Μπορεί να ‘’ναι καρφωμένα στον ουρανό, μπορεί να χορεύουν στον αέρα, μπορεί να ‘’ναι σύννεφα, αέρας γεμάτος ζιπ φάιλ ή μπλου τουθ ή μπλακ άι ή όποια γαμημένη τεχνολογία παίζει εκεί πάνω. Κάπως όμως τα κατεβάζεις. Κι άμα τα πειράζεις, τότε ξεχύνεται το μέλλον. Και ξυπνάς. Και την παίζεις τη ζωή μονότερμα
Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή [σ. 31]

Νέες Κυκλοφορίες
[έξοχες όλες τους]

  1. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα [σε δεκαπέντε τόμους, λαμπρή δουλειά της Ελένης Κεχαγιόγλου, κάθε Παρασκευή στα περίπτερα], εκδ. Το Βήμα / Βιβλιοθήκη.
  2. Μάρεϊ Μπούκτσιν, Οι Ισπανοί Αναρχικοί – Τα Ηρωικά Χρόνια 1868-1936, μτφρ. Γιάννης Καστανάρας & Ροζίνα Μπέρκνερ, εκδ. Βιβλιοπέλαγος.
  3. Maurice Blanchot, Η Στιγμή του Θανάτου μου, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδ. Άγρα
  4. Κατερίνα Ηλιοπούλου, Το Βιβλίο του Χώματος, εκδ. Μελάνι.
  5. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Να είχεν ο έρωτας σαΐτες, εκδ. Μεταίχμιο.

Υπενθυμίσεις

Ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα σαν ηθοποιός της «Χαμένης Περιπόλου» του Τζων Φορντ, σε λίγες ώρες αυτό το συναίσθημα έμελλε να παίξει φουλ ρόλο.
Χρήστος Βακαλόπουλος, Οι Πτυχιούχοι [εκδ. Ερατώ, 1988, σ. 167]

Θυμάμαι ότι αντιλαμβανόμαστε τότε τις προβολές μέσα στο Πανεπιστήμιο σαν «επιχειρήσεις κομάντος»! Διαλέγαμε το μάθημα που συγκέντρωνε τον περισσότερο κόσμο και μόλις τελείωνε η παράσταση ορμάγαμε στην αίθουσα, στο μεγάλο αμφιθέατρο του πρώτου έτους και στήναμε την προβολή στο άψε-σβήσε.
Χρήστος Βακαλόπουλος, Δεύτερη Προβολή [εκδ. Αλεξάνδρεια, 1990, σ. 252]

Υπάρχει μόνο ένα νησί για τον καθένα, πρέπει να το βρει, να μείνει εκεί.
Χρήστος Βακαλόπουλος, Η Γραμμή του Ορίζοντος [εκδ, Εστία, 1991]




Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Merzbau / Η Στήλη του Σβίττερς / Μονίμως κάθε Παρασκευή




MERZBAU
[Κάθε Παρασκευή, μονίμως]





Το Χαμένο Κέντρο που έγραψα το 1962 δεν είναι μονάχα πνευματικό ή μεταφυσικό, αλλά και πολιτικό σήμερα (για την Ελλάδα τουλάχιστο). Γράφω στο τέλος του 20ού αιώνα. Η έλλειψή του πάντα σοβαρός κίνδυνος για την (ψευτο)δημοκρατία μας.
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea, εκδ. Δόμος


Καλά Νέα !

Τα Γενέθλια του Bob Dylan, κλείνει τα 70 στις 24 Μαΐου, και το γιορτάζουμε με το The Brazil Series, λεύκωμα με ζωγραφιές του Τροβαδούρου [εκδ. Prestel]

Κυκλοφόρησε το Εικοστό Πρώτο Βιβλίο [21o !!!]  του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Το Générique/Ζενερίκ, από τις αποκεντρωμένες εκδόσεις λογείον του εξαίρετου Δρ. Ιωάννη Πλεξίδα. Ανθολογία από την μόνιμη Στήλη Ζενερίκ στο περιοδικό Διαβάζω.

Κυκλοφορούν από την Athens Voice τα βιβλία: Τυμβωρύχοι, Οργισμένος Βαλκάνιος, και Γουρούνια στον Άνεμο, του αείμνηστου Νίκου Νικολαΐδη. Το ελληνικό ροκ εντ ρολ έχει τον δικό του James Joyce. Ο λόγος του Νίκου παραμένει μεταλλικός και ανοξείδωτος.

Το Τσιτάτο του Σαββατοκύριακου

Η Αθήνα που τέσσερις χιλιάδες χρόνια ζει και πεθαίνει. Τη μέρα σαν καύτρα τσιγάρου που δεν φαίνεται αλλά καίει, τη νύχτα σαν νησί στον ουρανό, σαν πολλά νησιά στον ουρανό, χάρτης μυθικός όλες της οι ζωές στο διάστημα, χωρίς χρόνο, χωρίς αρχή, χωρίς τέλος [Σωτήρης Κακίσης, Η Λογοτεχνία ως Σινεμά, εκδ. Αιγαίον]

Νέες Κυκλοφορίες
[έξοχες όλες τους]

  1. Ταρντί/Βωτρέν, Η Κραυγή του Λαού [Ιστορίες από την Παρισινή Κομμούνα], μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, εκδ. ΚΨΜ.
  2. Γιάννης Μακριδάκης, Η Άλωση της Κωνσταντίνας [εκδ. Εστία]
  3. Jo Nesbo, Νέμεσις, μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη, εκδ. Μεταίχμιο
  4. Λάκης Παπαστάθης, Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα, εκδ. Πόλις
  5. Κώστας Καβανόζης, Όλο το φως απ’ τα φεγγάρια, εκδ. Πατάκης
  6. Μάρτιν Έϊμις, Το καλοκαίρι του έρωτα, μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο
  7. Σπύρος Γιανναράς, Ζωή Χαρισάμενη, εκδ. Πόλις
  8. Χαράλαμπος Γ. Βλάχος, Η Γοητεία του Καπιταλισμού ή Περί Κρίσεως, εκδ. Futura
  9. Ραλφ Έλισον, Αόρατος Άνθρωπος, μτφρ. Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδ. Κέδρος
  10. Τζίνα Πολίτη, Επιστροφή, εκδ. Άγρα

Το πιο-must-δεν-γίνεται της Εβδομάδος

Στυλιανός Αλεξίου, Ελληνική Λογοτεχνία [από τον Όμηρο στον 20ό αιώνα], εκδ. Στιγμή

Οι Υπενθυμίσεις

  1. Θάνος Σταθόπουλος: Αλλά, να! Shake, rattle & roll στη ζεστή νύχτα~ κι ήθελα να ξυπνήσω όλους τους θανάτους που κοιμούνται στα μπουκάλια [Η Ιστορία της Μουσικής, εκδ. Ίκαρος, 1994, σ. 28]
  2. Γιάννης Τζώρτζης: Θα πίνω απ’ το κρασί και θα σ’ ακούω, θα σ’ ακούω μέχρι τη μεγάλη νύχτα [Το Κέρασμα του Απογεύματος, εκδ. Ίκαρος, 1993, σ. 25]
  3. Τάσος Δενέγρης: Στα παγωμένα πόδια του αδριάντα/ Η νοσταλγία του μέλλοντος/ Ν’ ανθίσει [Το Πνεύμα της Άμυνας, εκδ. Πατάκης, 1999, σ. 30]



Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Ο Ρωμανός Σκλαβενίτης γράφει για την Παγκοσμιοποίηση




Μητροπόλεις / Παγκοσμιοποίηση





Οι μητροπόλεις έχουν ιδιαίτερη αξία. Διαβάζω την Κοινωνιολογία της Παγκοσμιοποίησης της Σάσκια Σάσεν [Saskia Sassen] (μτφρ. Γιώργος Ρακκάς, εκδ. Μεταίχμιο) και νιώθω σαν να διαβάζω το καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα του κόσμου. Το αστικό τοπίο της παγκόσμιας πόλης ζωντανεύει από μόνο του και πλέκει ιστορίες στο μυαλό μου. Είναι σαν οι φαρδείς δρόμοι να ξεκολλάνε από τη γη και να γίνονται κουβάρι. Και κάπου, σε μια σκοτεινή γωνιά της πόλης, βρίσκεται αυτή η ξεφτισμένη κλωστή που αν την τραβήξεις απαλά, όλο το νήμα απλώνεται μπροστά σου. 
Το σπουδαίο με τις παγκόσμιες πόλεις είναι ότι ένας υποεθνικός σχηματισμός, όπως είναι το Λονδίνο της Βρετανίας ή η Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών, αναδύεται ως υπερεθνικός κόμβος εμπορικής, χρηματοοικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής σημασίας. Ποιο είναι, όμως, το κρίσιμο εκείνο σημείο στη σύνθεση του πληθυσμού και τις εμπορικές συμμαχίες που διακρίνει τις πόλεις σε παγκόσμιες και μη; Ποια ήταν δηλαδή η καθοριστική στιγμή που έκανε το Λονδίνο παγκόσμιο και άφησε το Παρίσι να συναγωνίζεται με τις μεγαλουπόλεις; 
Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι αυτή η στιγμή πρέπει να αναζητηθεί στην ιστορία των ίδιων των πόλεων και όχι στην ιστορία του εθνικού συγκροτήματος ή κάπου αλλού. Η στιγμή που προδιαγράφηκε το παγκόσμιο μέλλον του Λονδίνου ήταν η στιγμή που χτίστηκε και το πρώτο brick building. Θέλω να πω ότι η δομή του Λονδίνου επιτρέπει αυτή την αναγωγή από το υποεθνικό στο υπερεθνικό, σε αντίθεση με το Παρίσι που είναι κατά βάση ευρωπαϊκό: «αφόρητα» ευρωπαϊκό για μια πόλη όπου ζουν Κινέζοι, Ινδοί, Άραβες, Αφρικανοί, Ευρωπαίοι, Αμερικανοί, Λατίνοι. 
Δεν θα πρέπει, όμως, να συγχέουμε την παράλληλη ύπαρξη των Κινέζων και των Ινδών με τη συνύπαρξή τους. Η τελευταία παρατηρείται μόνο στις πιο κεντρικές –και, συνεπώς, παλαιότερες–  κυψέλες της πόλης, όπου οι περισσότεροι πηγαίνουν για να εργαστούν, να ψωνίσουν, να ψυχαγωγηθούν και λιγότερο για να κατοικήσουν, αφού δεν το επιτρέπουν και οι υψηλές τιμές. Ό,τι απομένει από την πόλη μοιράζεται ανάμεσα σε οργανωμένες κοινότητες και η μοιρασιά γίνεται συνήθως εθνολογικά, ενίοτε και ιδεολογικά. Ο κατακερματισμός των πόλεων –απόρροια των πολλών διαφορών και της άρρηκτης σχέσης της παγκοσμιοποίησης με τη μετανάστευση, χαρακτηριστικό της οποίας είναι και η δημιουργία εθνικών θυλάκων στις πόλεις υποδοχής– επιφέρει μία πολιτικοποίηση του αστικού χώρου, που συχνά στοιχίζει στην πόλη.
Η Σάσεν γράφει πολύ σωστά ότι η παραοικονομία, το παντοτινό παράσιτο της παγκόσμιας πόλης, πλάθει κι αυτή την αλλόκοτη κουλτούρα της γειτονιάς, του διαμερίσματος μέσα στην πόλη. Οι φτωχοί, δηλαδή, μαγαζάτορες πουλάνε τα χαμηλού προφίλ προϊόντα τους στους ανθρώπους της γειτονιάς: τους συγγενείς, τους γνωστούς, τους ομοεθνείς. Αυτοί, άλλωστε, είναι και οι μοναδικοί υποψήφιοι πελάτες τους: πόσοι θα προτιμήσουν την ΕΨΑ Κόλα από την Coca-Cola, χωρίς να συντρέχει κάποιος ηθικός, πολιτικός ή οικονομικός λόγος; 
Η Σάσεν, επίσης, παρατηρεί ότι το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις παγκόσμιες πόλεις συνδέεται και με τη δικτύωσή τους στον πλανήτη.  Καθώς, δηλαδή, το Λονδίνο αποκτά θυγατρικές εταιρίες στην Νοτιοανατολική Ασία ή εξάγει εκεί προϊόντα του ή εισάγει από εκεί προϊόντα ή εγκαθιδρύει νέες, προσφορότερες (λόγω της φορολογίας και των φθηνών εργατικών χεριών) επιχειρηματικές μονάδες, εξοικειώνει τον ντόπιο πληθυσμό τόσο με την ύπαρξή του ως εναλλακτικής λύσης όσο και με την εργασιακή λογική του, τους κανόνες που τη διέπουν κ.λπ. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι μέσω αυτών των επιχειρήσεων, πολλοί αποκτούν και επαφές με τη Δύση. Έτσι, όταν οι παράγοντες ώθησης (η φτώχεια και η ανεργία στη χώρα προέλευσης) και οι παράγοντες έλξης (οι υποσχόμενες καλύτερες εργασιακές συνθήκες, η δημοκρατία και άλλα) συνδυάζονται με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, επέρχεται αλυσιδωτά το μεταναστευτικό κύμα: στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η μετανάστευση είναι ευκολότερη από ποτέ. 
Η αίσθηση της κοινότητας είναι ισχυρή. Άλλωστε, και η οργάνωσή της είναι τέτοια που ο κάτοικος θεωρητικά δεν χρειάζεται να την εγκαταλείψει σχεδόν ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Τσανγκ Λη δεν είναι κάτοικος του Λονδίνου, αλλά πρωτύτερα είναι κάτοικος της China Town του Λονδίνου. Ο διαμελισμός είναι παρών, όμως δεν φαίνεται να απασχολεί τους κατοίκους της παγκόσμιας πόλης όσο οι χώροι του κέντρου, «οι μνημειοποιημένοι δημόσιοι χώροι των ευρωπαϊκών πόλεων» όπως γράφει και η Σάσεν, παραμένουν πολυπολιτισμικοί. Η πολυχρωμία εμπνέει ασφάλεια στο Δυτικό μυαλό: δείγμα του ότι όλα βαίνουν καλώς.
Φυσικά, η κατάσταση υποδεικνύει το αντίθετο. Ο κατακερματισμός των παγκόσμιων πόλεων –της μοναδικής, μέχρι στιγμής, και μακροβιότερης απόπειρας της ανθρωπότητας στην κατεύθυνση της κοσμικής συνύπαρξης στα πλαίσια της θετικής σκέψης– δείχνει το αντίθετο. Εντέλει, ίσως δεν επιθυμούν όλοι οι άνθρωποι την πρόοδο και τη συνύπαρξη. Σημειωτέον ότι η τελευταία μπορεί να επιτευχθεί μόνο στα πλαίσια της εκκοσμίκευσης. 

Ρωμανός Σκλαβενίτης


Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

Μισέλ Ουελμπέκ, πρώτη γεύση !

[Ανήκω σε αυτούς που γοητεύονται από τους θεωρούμενους Κακούς. Από τα Κακά Παιδιά. Από τον Iggy Pop που γοητεύτηκε από τον Μισέλ Ουελμπέκ. Τον οποίο Ουελμπέκ θεωρούν (σχεδόν) οι πάντες καθήκον να καθυβρίζουν. Σιγά τα αίματα. Πρόκειται για έναν ευφυέστατο και, κατά την ιδιαζόντως ανθυποταπεινή μου γνώμη, βαθύτατα ηθικό δημιουργό, συγγραφέα και κυρίως ποιητή, που κρούει ξανά και ξανά κώδωνες εκεί που άλλοι είναι για τα κουδούνια, ή τα ξεκούδουνα. Ουελμπέκ και πάλι, λοιπόν, με έναν τίτλο - Ο Χάρτης και η Επικράτεια - που ήδη παραπέμπει σε δυνατές αγάπες μας: Γκι Ντεμπόρ, Χόρχε Λούις Μπόρχες, Γιόκο Όνο, Κόμης φον Κορζύμπσκι].



 

ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ

                                                                                           

Ο χάρτης και η επικράτεια

Μετάφραση: Λίνα Σιπητάνου

Σειρά: Ξένη Πεζογραφία

Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Πρώτη έκδοση: Μάιος 2011    

σελ.421


 Άρπαξε μια σπάτουλα, έβγαλε το μάτι του Ντάμιεν Χερστ, διεύρυνε το άνοιγμα με προσπάθεια –ήταν ένας καμβάς από σφιχτές ίνες λιναριού, πολύ ανθεκτικός. Αρπάζοντας τον κολλώδη καμβά με το ένα χέρι, τον έσκισε με μια κίνηση, αποσταθεροποιώντας το καβαλέτο που σωριάστηκε καταγής.

Ο Μισέλ Ουελμπέκ, ποιητής, μυθιστοριογράφος,  δοκιμιογράφος και κινηματογραφιστής, έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα Επέκταση του πεδίου της πάλης και, ιδίως, με τα Στοιχειώδη σωματίδια τη δεκαετία του 1990.  Ο χάρτης και η επικράτεια είναι το πέμπτο του μυθιστόρημα και απέσπασε τη σημαντικότερη γαλλική διάκριση για τη λογοτεχνία, το βραβείο Γκονκούρ, το 2010. 
Κεντρικό πρόσωπο είναι ο μονήρης καλλιτέχνης Ζεντ Μαρτέν. Παρακολουθούμε τις σημαντικές στιγμές της βιογραφίας του, την επαγγελματική του πορεία, τη σχέση του με τις γυναίκες, με τον πατέρα του και με το κύκλωμα της τέχνης. Μια από αυτές τις στιγμές είναι η στροφή του από τη φωτογραφία στη ζωγραφική. Για τον κατάλογο της έκθεσης ζητά από τον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ να γράψει ένα κείμενο και έτσι ξεκινά μια σχέση, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε φιλία, εάν δεν τη διέκοπτε η άγρια δολοφονία του συγγραφέα.
Μέσα από τη ζωή του Ζεντ, ο σύγχρονος δυτικός κόσμος παρουσιάζεται υπό το πρίσμα του τεχνητού, του κατασκευασμένου, του μαζικού και προτυποποιημένου, το άτομο ορίζεται ως τηλεθεατής, καταναλωτής, πελάτης, τουρίστας, χρήστης του ίντερνετ. Μόνο στο έργο τέχνης αποδίδεται η ιδιότητα του φορέα αλήθειας· το έργο τέχνης μένει ανεπηρέαστο από το γεγονός ότι αποτελεί διαπραγματεύσιμη αξία στην αγορά.
Ο επίλογος του βιβλίου εκτυλίσσεται στο μέλλον: η Ευρώπη δεν έχει πια καθόλου βιομηχανική παραγωγή. Η Γαλλία επιβιώνει, έχοντας μετατραπεί σε ιδανικό προορισμό του αγροτουρισμού, στο γερμανικό Ruhrgebiet η βλάστηση έχει πνίξει όσες βιομηχανικές εγκαταστάσεις δεν μετατράπηκαν σε εκθεσιακούς ή συναυλιακούς χώρους. Ο Ζεντ περνάει τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του σε πλήρη απομόνωση, δημιουργώντας βίντεο που «συμβολίζουν την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους» και τον «θρίαμβο της βλάστησης». 


ΛΙΝΑ ΣΙΠΗΤΑΝΟΥ
[αποσπάσματα από
δημοσίευση στην εφ. Ελευθεροτυπία, 30.4.11]



Ο Μισέλ Ουελμπέκ γεννήθηκε το 1958 στο νησί Ρεϋνιόν, άλλοτε γαλλική αποικία στον Ινδικό Ωκεανό. Ποιητής και δοκιμιογράφος καταρχάς, ο Ουελμπέκ πρωτοδημοσιεύει ποιήματά του το 1985. Εμφανίζεται στο χώρο του μυθιστορήματος το 1994 με την Επέκταση του πεδίου της πάλης, που προκαλεί αίσθηση και μεταφέρεται στον κινηματογράφο. Το δεύτερο μυθιστόρημά του, Τα στοιχειώδη σωματίδια, έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 25 γλώσσες και έγινε επίσης κινηματογραφική ταινία. Το βιβλίο αυτό αποσπά δύο γαλλικά βραβεία το 1998 και κάνει παγκοσμίως γνωστό τον συγγραφέα του. Επόμενο πεζογράφημα το Λανθαρότε (2002), μια νουβέλα που συνοδεύεται από λεύκωμα με φωτογραφίες που τράβηξε ο συγγραφέας, και ακολουθεί το μυθιστόρημα Πλατφόρμα (2001). To 2005 εκδόθηκε το τέταρτο μυθιστόρημά του, Η δυνατότητα ενός νησιού (Βραβείο Interallié της ίδιας χρονιάς).
Τον Ιούνιο του 1998 ο υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας του απονέμει το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων.
Το 2002 ο Ουελμπέκ τιμάται επίσης με το International Impac Dublin Literary Award, σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο της Ιρλανδίας και το 2010 το πέμπτο του μυθιστόρημα, Ο χάρτης και η επικράτεια, απέσπασε τη σημαντικότερη διάκριση για τη λογοτεχνία, το βραβείο Γκονκούρ.
Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις της Εστίας.



Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Διαβάζοντας Γράφοντας Συστήνοντας Προτείνοντας





Το Θρόισμα των Φύλλων [Μάιος 2011]





Γράφω μανιωδώς αυτό τον καιρό. Αλλά πλουτίζεται η βιβλιοθήκη μου με απανωτά, λίαν ευπρόσδεκτα βιβλία τόσο ώστε μου έρχεται, ξανά και ξανά, στο νου εκείνη η τόσο σοφά ξεκαρδιστική παράφραση μιας ξεκαρδιστικά σοφής ισπανικής παροιμίας: είναι άξεστο να τρως, είναι ευγενές να πίνεις, λέει η παροιμία. Είναι άξεστο να γράφεις, είναι ευγενές να διαβάζεις, λέει η παράφραση που φέρει την υπογραφή του Guy Debord.  Αφού συστήσω στους απανταχού Ντυλανολόγους Ντυλανιστές (επί τη ευκαιρία, μάλιστα, των γενεθλίων του Bob – σε λίγες μέρες συμπληρώνει τα εβδομήντα [70!] ο Φέγγαρος Θηρίος μας) το Λεύκωμα Bob DylanThe Brazil Series (εκδ. Prestel), θα παραθέσω αποσπάσματα από έξι βιβλία που κυκλοφόρησαν προσφάτως. Σημειώνω σε λίγες ημέρες θα κυκλοφορήσει, από τις εκλεκτές εκδόσεις Λογείον, και το δικό μου Générique / Ζενερίκ, μια επιλογή από τα κείμενα της μόνιμης στήλης μου στο Διαβάζω, με εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από την Ελεάννα Μαρτίνου.   

Φρέσκα, Ντόπια


Ο Αρίστος είχε πολύ ωραία βραχνή φωνή. Με την μπασαδούρα κάτι παθαίνω, μ’ αρέσει η μπάσα φωνή, η βραχνάδα της, το βάρος της, μου επιβάλλεται. Τους ρεμπέτες τους παλιούς τούς πάω πολύ, καθόμουνα με τις ώρες και τους άκουγα. Λατσεύομαι μπουτ τα τουρκοσουσούμια. Τον Παπαϊωάννου τον Γιάννη. Σαν να μου κάνει μάθημα ο δάσκαλος. «Πέντε Έλληνες στον Άδη» όταν λέει, πεθαίνω. Ή τον Μάρκο. Αυτές είναι οι φωνές των πατέρων μας. Οι άλλες, οι ψιλές, μου φαίνονται κάλπικες.
Θωμάς Κοροβίνης, Ο Γύρος του Θανάτου, εκδ. Άγρα

Ο χρόνος, με άλλα λόγια, δεν με συμπίεζε, δεν μου προκαλούσε παραδόξως την αγγλοσαξονική υστερία του τύπου «ο χρόνος είναι χρήμα». Εκεί που έπρεπε, ως εκ των πραγμάτων, να υστερώ υπαρξιακά, δηλαδή να μην έχω χρόνο, απολάμβανα, στην καρδιά μάλιστα της χρηματαγοράς της Δύσης, τη δαψίλεια του ένδον χρόνου. Θα συνόψιζα μάλιστα τα εν λόγου με τους εξής αφορισμούς ενός πολύπλαγκτου Γάλλου, του Γκι Ντεμπόρ: «Ο ψευτοκυκλικός χρόνος είναι ο χρόνος της κατανάλωσης της σύγχρονης οικονομικής επιβίωσης, της επαυξημένης επιβίωσης, όπου το καθημερινό βίωμα μένει στερημένο από απόφαση και υποταγμένο, όχι πια στη φυσική τάξη, αλλά στην ψευτο-φύση που αναπτύχθηκε στην αλλοτριωμένη εργασία»
Γιώργος Βέης, Μανχάταν-Μπανγκόκ, εκδ. Κέδρος

Έτσι δούλευαν. Οικογενειακά. Ανθρώπινα. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον κι όλους μαζί ο Φώτης, αφεντικό αλλά και πατέρας και δάσκαλος όλων. Καμιά φορά συνεργάζονταν και με νεύρα, όταν έπεφτε ο κόσμος μαζεμένος κι έπρεπε να τους ταΐσουν γρήγορα και καλά, έχοντας λίγα χέρια κι ευκολίες λιγότερες. Ποτέ όμως με φωνές, με βλαστήμιες, με χειρονομίες και κινήσεις πανικού που δεν τους ταίριαζαν. Τώρα τι θα τους ξημέρωνε;
Γιώργος Καλός, Απόψε Μαγειρέψαμε Αλλιώς, εκδ. Αρμός


Νέας Εσοδείας, Βαρύ Πυροβολικό

Ο άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη να καταστρέφει. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να παραλλάσσει τις μορφές, όχι όμως να τις εκμηδενίσει. Από την οπτική γωνία της φύσης, όλες οι μορφές είναι ίδιες. Τίποτε δεν χάνεται μέσα σε αυτήν την πελώρια χοάνη εντός της οποίας πραγματοποιούνται αυτές οι παραλλαγές. Κάθε σωματίδιο ύλης που πέφτει εκεί μέσα αναδύεται αέναα υπό διαφορετική μορφή και, όποιες κι αν είναι οι δικές μας ανθρώπινες πεποιθήσεις γι’ αυτή τη διαδικασία, καμία αλλαγή δεν προσβάλλει τη φύση ούτε την ευτελίζει. Οι καταστροφές που εμείς πραγματοποιούμε δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ανανεώνουν τη δύναμή της.
Μαρκήσιος ντε Σαντ, Ζυστίν ή Οι Δυστυχίες της Αρετής, μτφρ. Δ. Γκινοσάτης, εκδ. Νεφέλη

Μπορούσε αυτό να είναι παιχνίδι ή ονειροπόληση, όταν νιώθεις μέσα σου ένα ζεστό κύμα και μόνο με το άκουσμα μιας φωνής, με τη σκέψη μιας μακρινής οπτασίας, ενός ανθρώπου που γελά, που μιλά, που διηγείται μια ιστορία κουνώντας τα χέρια, που χαμογελά με παιδιάστικο τρόπο, που σε κοιτάζει με την απερίγραπτη έκφραση κάποιου που άλλοτε είναι παλαβός από έρωτα κι άλλοτε ένας στοργικός πατέρας, και που τα σκέφτεσαι όλα αυτά και γελάς.
Κιουρσάτ Μπασάρ, Μουσική στο Προσκέφαλό μου, μτφρ. Νίκη Σταυρίδη, εκδ. Πατάκης

Το δωμάτιό μου είναι γεμάτο βιβλία. Τα κατέβασα από τα ράφια, ψάχνοντας για ιστορίες που θα μου χαρίσουν την παρηγοριά που ο έξω κόσμος δεν μπορεί να μου δώσει. Αίολη έμπνευση, γιατί οι στοίβες δεν αποπνέουν λύτρωση, αλλά αφόρητο χάος~ το είδος του χάους απ’ όπου ποτέ δεν γεννήθηκε κάτι θετικό. Τα βιβλία κείτονται στο πάτωμα και σε τραπέζια και σε πολυθρόνες, ακουμπούν το ένα στο άλλο, σκόρπια, ανοιγμένα, γεμάτα ορνιθοσκαλίσματα και άπειρες σημειώσεις στα περιθώρια. Πολύτιμοι δερμάτινοι τόμοι, λεκιασμένοι από μελάνι και πασπαλισμένοι με τη στάχτη πούρων – είμαι της γνώμης ότι ορισμένα βιβλία μπορούν να διαβαστούν πραγματικά μόνο μέσα από την ελαφρώς μεθυστική αχλύ που δημιουργεί ο καθαρός κουβανέζικος καπνός.
Πάουλ Βεράχεν, Omega minor, μτφρ. Ινώ Μπαλτά, εκδ. Πόλις

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Σελίδες Γεμάτες Άσματα

Richard Powers, The time of our singing (2003)

Συγγραφέας: Ρίτσαρντ Πάουερς
Τίτλος: Ο καιρός των τραγουδιών μας
Μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις: Εστία [2006]
Σελίδες: 815




Richard Powers, The time of our singing (2003)

Συγγραφέας: Ρίτσαρντ Πάουερς
Τίτλος: Ο καιρός των τραγουδιών μας
Μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις: Εστία [2006]
Σελίδες: 815

Ζωή

Ο Ρίτσαρντ Πάουερς γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου στο Έβανστον του Ιλινόις. Από έφηβος έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τις επιστήμες. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις, και εν συνεχεία Φιλολογία. Εργάστηκε στη Βοστόνη ως προγραμματιστής υπολογιστών. Ο θαυμασμός του για μια φωτογραφία που είδε στο Μουσείο Καλών Τεχνών τον ώθησε να αφήσει την εργασία του και να επιδοθεί στην συγγραφή. Λατρεύει τη μουσική και παίζει κιθάρα, κλαρινέτο και σαξόφωνο. Έχει εκδώσει εννέα εξαιρετικά φιλόδοξα μυθιστορήματα, όπου συνδυάζονται οι ποικίλες γνώσεις και αγάπες του.

Ο καιρός των τραγουδιών μας

Πρόκειται για ένα πολυφωνικό έργο, το οποίο παρακολουθεί τη ζωή μιας αμερικανικής οικογένειας από το 1939 έως το 1979. Ένας Γερμανοεβραίος φυσικός, πρόσφυγας στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντέιβιντ Στρομ, ερωτεύεται μια μαύρη σοπράνο, την Ντίλια. Τη παντρεύεται, κάνουν τρία παιδιά, τον Τζόνα, τον Τζόι και τη Ρουθ. Η οικογένεια είναι αφοσιωμένη στη μουσική, αλλά βιώνει το φορτίο της φυλής. Οι Στρομ ζουν μέσα σε ένα ουτοπικό κλίμα, όπου η έμφαση δίνεται στην επιστημονική λογική, στο πιάνο, στο τραγούδι, στην ακρόαση της μουσικής. Ο Τζόνα εξελίσσεται σε τενόρο διεθνούς φήμης, ο Τζόι παίζει μπλουζ σ’ ένα μπαρ του Ατλάντικ Σίτυ, η Ρουθ προσχωρεί στους Μαύρους Πάνθηρες.

Στυλ

Κατακλυσμένο από τη μουσική, το στυλ του Πάουερς είναι αντιστικτικό. Η αφήγησή του δεν ακολουθεί μια γραμμική εξέλιξη αλλά κάνει άλματα, ξανά και ξανά, στον χρόνο. Παρόν, παρελθόν και μέλλον συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται. Τα μεγάλα γεγονότα της εποχής συμπλέκονται με τη ζωή των ηρώων, για τους οποίους η μουσική είναι όχι μονάχα πάθος αλλά τρόπος επικοινωνίας και λύτρωση, και έτσι ο Πάουερς καταφέρνει να ζωντανέψει με γλαφυρότητα το κίνημα των μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανάμεσα στα 1940 και 1980.

Ένα απόσπασμα

«Ίσως το μεγαλείο να μην είναι παρά σύμβαση. Ίσως η διαβρωμένη ψυχή να μπορεί παρ’ όλα αυτά να μιμηθεί ακόμη έναν άγιο. Ποιος ξέρει πώς ακούμε τη φροντίδα ή αποκρυπτογραφούμε την παρηγοριά; Ωστόσο όλα αυτά τα πράγματα ανήκαν στον Τζόνα όταν τραγουδούσε, ακόμη και σε γλώσσες που δεν τις μιλούσε. Τραγουδώντας, είχε ό,τι απαρνούνταν η φωνή του όταν μιλούσε. Για μία ώρα, πάνω στην έκταση από τρεις οκτάβες, ο αδελφός μου έχτιζε θεϊκή χάρη».
Ο καιρός των τραγουδιών μας, σ. 403

Έργα
 
Three Farmers on Their Way to a Dance [1985].
Prisoner’s Dilemma [1988]
The Gold Bug Variations [1991]
Operation Wandering Soul [1993]
Galatea 2.2 [1995]
Gain [1998]
Plowing in the Dark [2000]
The Echo Maker [2006]

Σύνδεσμοι



[Ενώ αναμένουμε το μυθιστόρημα Ο Ποταμός της Μνήμης]

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Μπελογιάννης, Ράμφος, Κάσδαγλης








Αύριο, στον Flash 96.0, λίγο μετά τις 12:30 το μεσημέρι, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης λέει δυο-τρία πράγματα που ξέρει για τα βιβλία:

  1. Νίκος Μπελογιάννης, Σχέδιο για μια Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (εκδ. Άγρα)
  2. Στέλιος Ράμφος, Μυθολογία του Βλέμματος (εκδ. Αρμός)
  3. Χριστόφορος Κάσδαγλης, Απολύομαι και Τρελαίνομαι (εκδ. Καστανιώτης)

Ο Μπελογιάννης για τον Παπαδιαμάντη: «Προσπάθησε να πνίξει μέσα του τη ζωή, μα κι η ζωή τον έπνιξε. Κρασί-τσιγάρο. Η ζωή του τίμια, μα όχι παράδειγμα για τους ανθρώπους […] Ο Παπαδιαμάντης είναι ένα είδος Τολστόη. Μια ιδιότυπη φτωχική μικρογραφία Τολστόη» [Άγρα, σ. 123]

Ο Ράμφος για τα Φαγιούμ: «Τα πρόσωπα του Φαγιούμ έχουν κάτι μετάρσια ανέκφραστο – είναι ψυχούλες. Δεν αντικρίζουμε πάνω τους την σβησμένη όψι κάποιου άλλοτε ζωντανού~ αντικρίζουμε την άχρονη παρουσία του νεκρού, την ψυχική του ταυτότητα. Τα πράγματα δείχνουν ότι πεθαίνουμε χωρίς να γνωρίσωμε τον θάνατο~ αυτό με τα Φαγιούμ ανατρέπεται, διότι στον κόσμο τους ο θάνατος παίρνει αισθητή μορφή και ζητεί θέσι στην συνείδησι [Αρμός, σ. 50]. Και: «Ένα κάτι είναι το θαύμα~ ένα τίποτα που αλλάζει τη ζωή» [Αρμός, σ. 66]

Ο Κάσδαγλης για το Πινγκ-Πονγκ στο Στρατό: «Κρατώντας σφιχτά την ξυλορακέτα στο χέρι, με όλη την προσοχή στραμμένη στον αντίπαλο και στο μπαλάκι, μπορείς να ξεχαστείς για ένα διάστημα και να ξεχάσεις την αναφορά, την αγγαρεία, τη μονοτονία των χρωμάτων και την ξεραΐλα του στρατοπέδου» [Καστανιώτης, σ. 194]

Bookspotting και το Θρόισμα των Φύλλων – Η Απόλυτη Εκπομπή για το Βιβλίο!

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Μήτσορα, Cioran, Σταθόπουλος, Καρούζος



[Η μόνιμη στήλη μου Ζενερίκ στο Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε. Από τις θαυμάσιες και πολύτιμες εκδόσεις Λογείον θα κυκλοφορήσει το βιβλίο μου Générique/Ζενερίκ, με εξύφυλλο της Ελεάννας Μαρτίνου]


Το Σεντούκι με τα Τιμαλφή



Ίσως η Ζωή μας, η Περίληψη του κόσμου μας, η Σκόρπια μας Δύναμη να συνοψίζεται σ’ ένα επιφώνημα: Αχ ! Ας μην δύσει ποτέ αυτός ο ήλιος!
Μαρία Μήτσορα, Με λένε Λέξη

Να γαντζώνεσαι από τις Επετείους, και να εφευρίσκεις Επετείους, γαντζωμένος από τα βιβλία το πιο πολύ, μεθυσμένος από το άρωμά τους, ένα άρωμα που κουβαλάει στους άυλους ώμους του τόσον και τόσον χρόνο, ακούγοντας τη μελωδία τους, το θρόισμα των φύλλων τους. Μέσα στη γενικευμένη παραφροσύνη, τα βιβλία είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε στο σεντούκι με τα τιμαλφή μας. Τα βιβλία διασώζουν τη μνήμη, είναι οι τόσο αναγκαίοι χαμάληδες των στιγμών, σώζουν το εφήμερο, το καθαγιάζουν.
            Τις προάλλες, στις 8 Απριλίου, ένας αιώνας από τη γέννηση του E. M. Cioran, αυτού του πικρά διεισδυτικού στοχαστή, κατά πολλούς του τελευταίου φιλοσόφου, που σημαίνει όχι υπομνηματιστή του παρελθόντος αλλά ποιητικού πλάστη του παρόντος, και της αλήθειας σωματοφύλακα. Ξαναπιάσαμε τα βιβλία του, οι φίλοι μου κι εγώ: το Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού, από το 1988, στη μετάφραση τη μαγική του Κωστή του Παπαγιώργη (εκδ. Εξάντας). «Η ζωή είναι το μυθιστόρημα της ύλης», γράφει ο φιλόσοφος που αγάπησε τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, τον Ντοστογιέφσκι, και τον Γκρέκο. «Κονιορτός που κυνηγάει φαντάσματα – αυτό είναι ο άνθρωπος: η απόλυτη εικόνα του, ιδεατώς όμοια, θα ενσαρκωνόταν σε έναν Δον Κιχώτη ιδωμένο από τον Αισχύλο…»
            Ξαναπιάσαμε το ασπρόμαυρο Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί (μτφρ. Κυβέλη Μαλαμάτη, εκδ. Εξάντας), που το είχαμε ανασκάψει με μανία ο Γιώργος Κακουλίδης, ο Θάνος Σταθόπουλος και εγώ, και τώρα το ανασκάπτουν φίλοι που ήσαν παιδάκια τότε που ανακαλύπταμε τον Cioran και σήμερα τον ανακαλύπτουν με ενθουσιασμό και ξαναπιάνουν φράσεις/χρησμούς, όπως: «Δεν κατοικούμε μια χώρα. Κατοικούμε μια γλώσσα. Αυτή είναι η πατρίδα και τίποτε άλλο». Ή: «Θα προτιμούσα να θυσίαζα ακόμα και τη ζωή μου παρά να είμαι απαραίτητος σε οποιονδήποτε». Και: Κανείς να μην εισέλθει εδώ αν πέρασε έστω και μια μέρα χωρίς να μείνει άναυδος».
            Ξαναπιάσαμε τον Cioran, και μας ήρθε στο νου και πάλι ο Καρούζος – η αμοιβαιότητα των δακρύων, η ομοιότητα των δυο τους στην αντιμαχία τους με ό,τι άκαμπτο. Και ο Beckett από κοντά, «Πιάτο και καθοίκι, αυτοί είναι οι δύο πόλοι», να λέει, και ο Καρούζος να τον εγκωμιάζει για τη στάση του απέναντι στην ύπαρξη. Μια στάση που είχε και έχει κι η Μαρία Μήτσορα, την οποία επίσης είχε εγκωμιάσει ο Καρούζος.  Ιδού: «… η επισήμανση του Νίκου Καρούζου, όταν τρώγοντας ένα ζεστό βράδυ του Ιουνίου του 1989, στο γνησίως αθηναϊκό εστιατόριο της εποχής ‘Τα Κανάρια’, της ‘παραλίας’ Αμπελοκήπων (ήτοι, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας), μου είπε, κάποια στιγμή: ‘Ξέρεις τη Μήτσορα;’ ‘Όχι, ακριβώς’, απάντησα, ‘έχουμε συναντηθεί μια δυο φορές, με παρέα, τίποτα περισσότερο’. ‘Διάβασα ένα διήγημά της. Είναι σπουδαία συγγραφέας, και η πρόζα της δεν έχει όρια, είναι λαμπρά ποιητική! Αν τη δεις, σε παρακαλώ να της το πεις, εκ μέρους μου. Σπου-δαί-α!’ Δεν την είδα – μάλλον δεν πρέπει να με θυμάται κιόλας. Της το λέω τώρα» [Θάνος Σταθόπουλος, Η Καθημερινή, 10 Ιουνίου 2007].
            Μήτσορα: «Όπως τις πόλεις, έτσι και τις ζωές μας τις φτιάχνουμε και τις χαλάμε. Είμαστε, σαν είδος, οι πιο μανιώδεις μαστροχαλαστές του Σύμπαντος» [Με λένε Λέξη, εκδ. Πατάκης].
            Cioran: «Αγαπούσα πάντα τα δάκρυα, την αθωότητα, και τον μηδενισμό. Τους ανθρώπους που γνωρίζουν τα πάντα κι εκείνους που δεν γνωρίζουν τίποτα. Τους αποτυχημένους και τα παιδιά» [Ο Cioran μιλάει για τον Cioran, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Printa].
            Το σεντούκι με τα τιμαλφή είναι εδώ. Τα βιβλία, και όσοι ξέρουν να τα διαβάζουν, είναι η χαρτογράφηση του χάους. Διαβάζοντας, απομακρύνεις, έστω για λίγο, τη φρίκη. Ας ανοιχτούμε στον Μάιο!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 14 Απριλίου 2011