Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Ενώ ο Μπαμπασάκης έχει χαθεί στους Λαβυρίνθους της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, ο Βλαντής δεν τεμπελιάζει και γράφει μανιωδώς!

Συνωμοσία, αγάπη μου
Άλλος ένας στο χορό

Επανέρχομαι και παίρνω ξανά χώρο από το μπλογκ του εξαίρετου Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, για να συζητήσω ένα θέμα που θεωρούσα λήξαν, αλλά φαίνεται πως για τους σημερινούς «διανοούμενους», δεν είναι.
Γκόσσιπ: Τι πάθανε πια με τις συνωμοσίες όλοι τελευταία;
Έχω την εντύπωση πως ο ενάντια στις θεωρίες συνωμοσίας δημόσιος λόγος (και όχι η συνωμοσιολογική φιλολογία, όπως κατηγορείται) αρχίζει να αναπτύσσεται σε φαινόμενο «ηθικού πανικού» (moral panic), που τείνει να βλάψει – κυρίως – τη νοημοσύνη μας εξίσου με τη συνωμοσιολογία. Και γι’ αυτό το θίγω ξανά.
Δηλώνω περίτρανα πως αντιτίθεμαι στη θεωρία «αυτοί είναι πίσω απ’ όλα» (όποιοι κι αν είναι οι «αυτοί»). Διαφωνώ με μια απλοποιημένη θεώρηση του παγκόσμιου γίγνεσθαι, που αποδίδει αφαιρετικά την άσκηση εξουσίας σε μια σκιώδη ομάδα. Μου μοιάζει ίδιον ανθρώπων που θέλουν να αγορεύουν φημολογώντας εκ του ασφαλούς δίχως στοιχεία και έρευνα (π.χ. άκου ταξιτζήδες), που ψάχνουν εξιλαστήριο θύμα για τα προβλήματά τους («αυτούς»).
Διεκδικώ το δικαίωμα σκεπτόμενου ανθρώπου στη σημερινή λαίλαπα. Την ιδιότητα του Σέρλοκ Χολμς («deduction»). Να αναζητώ κίνητρα, σκοπό, νόημα στην Ιστορία. Να την ανακρίνω άφοβα.
Τείνω να πιστέψω λοιπόν, με την αντι-συνωμοσιακή δράση καλοθελητών διανοούμενων πως διακυβεύεται αν θα κλείσουμε το μυαλό μας σε όποια άλλη κοσμοθέαση εκτός αυτής που μοιράζουν απλόχερα τα μεγάλα εκδοτικά τραστ: φταίμε, θα πληρώσουμε, μαζί τα φάγαμε, ό,τι είναι δυνατόν να γίνει για την κρίση γίνεται ήδη, κ.τλ. Και πως, υπάρχουν αποδεκτές συνωμοσίες, και άλλες απαράδεκτες που, όποιος τις αποδεχθεί, ή έστω τις ερευνήσει, καθίσταται αυτόχρημα επικίνδυνο ακροαριστερό ή/και ακροδεξιό στοιχείο. (Βλ. π.χ. τη συλλογιστική του Ταγκίεφ στην προπροηγούμενη κριτική μου. Μπέρδεμα: πώς μπορεί ένας ακροδεξιός και ένας ακροαριστερός να πιστεύουν στα ίδια;).
Π.χ.: η συνωμοσία της «Φιλικής Εταιρείας». Την αποδέχεσαι; Εύγε, ω, περήφανε Έλλην!
Η συνωμοσία για τη δολοφονία του Κένεντυ (βλ. π.χ. Αμερικανικό Ταμπλόιντ του Τζαίημς Έλλροϋ). Την αποδέχεσαι; Είσαι επικίνδυνο ακρο–κτλ.
Μάλιστα, αυτή η τάση μοιάζει να μην είναι μόνον ελληνική, τελευταία.
Ο λόγος για το νέο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο Το κοιμητήριο της Πράγας, αφιερωμένο στον προπολεμικό αντισημιτισμό. «Σπέρνει θύελλες» σπεύδει να προϊδεάσει ο Χρήστος Σιάφκος στην Ελευθεροτυπία (28/3/11). «Θύελλες» αντισημιτισμού στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου το μυθιστόρημα διαδραματίζεται.
Καμμία θύελλα δεν βλέπω, παρά μόνον ένα αντισυνωμοσιολογικό ή συνωμοσιολογικό παραλήρημα (δεν τα ξεχωρίζω πια αυτά τα δυο), που υποκρύπτει την ιστορική πραγματικότητα. Το κλίμα της εποχής αποδίδει ο Έκο στο βιβλίο του, κλίμα που ήταν και αντισημιτικό, σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Κάτι που είναι ευρέως γνωστό, και έτσι, δεν κομίζει τίποτε καινούριο ούτε προκαλεί κίνηση ιδεών.
Για του λόγου το αληθές, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, σε άρθρο του με τίτλο «Σιωνισμός εναντίον Μπολσεβικισμού» που δημοσιεύτηκε στις 8 Φλεβάρη του 1920 στην εφημερίδα «Sunday Illustrated Herald», έγραφε:
«Από τις μέρες του Σπάρτακους Βάισχαουπτ [εννοεί τον ιδρυτή των «Illuminati»] ώς αυτές του Καρλ Μαρξ (Μόζες Μορντεκάι Λεβί), και ώς τον Τρότσκυ (Ρωσία), τον Μπέλα Κουν (Ουγγαρία), τη Ρόζα Λούξενμπουργκ (Γερμανία) και την Έμμα Γκόλντμαν (Η.Π.Α.), αυτή η παγκόσμια συνωμοσία να ανατραπεί ο πολιτισμός και να ξαναφτιαχτεί η κοινωνία στη βάση της ελεγχόμενης ανάπτυξης, φθονερής κακίας και αδύνατης ισότητας αναπτύσσεται διαρκώς»
[Βλ. π.χ. http://hubpages.com/hub/Adam_Weishaupt, το πλήρες κείμενο του άρθρου είναι διαθέσιμο στη wikisource, εγκυκλοπαίδεια πρωτογενών πηγών:
Ίσως σας ήρθε στο νου το ίδιο που αναρωτήθηκα όταν διάβασα το παραπάνω: γιατί δεν το έχετε ξαναδιαβάσει; Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι απλή και δεν εμπεριέχει καμμία συνωμοσία (αμάν πια!).
Η εμπειρία του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου άλλαξε την κοσμοθέαση του δυτικού ανθρώπου και την αντίληψη της Ιστορίας και, ορισμένες ιδέες, μετά από το κακό που πιστεύτηκε ότι προκάλεσαν, θεωρήθηκαν απαγορευμένες και επικίνδυνες.
Είναι λογικό, ύστερα από τη φρίκη των δύο διαδοχικών παγκοσμίων πολέμων, να γίνει κάτι τέτοιο.
Σήμερα όμως; Στην εποχή του μεταμοντέρνου, οφείλουμε να προασπίσουμε την ελευθερία της χωρίς ιδεολογικά στεγανά σκέψης× να υπερασπίσουμε τις κατακτήσεις του Διαφωτισμού× τη νίκη του απέναντι στις προκαταλήψεις, τις εκ των άνωθεν αποκαλύψεις της αλήθειας× να αποφύγουμε νοοτροπίες που άλλοτε οδήγησαν την Ευρώπη στο κυνήγι Μαγισσών× να διαφωτίσουμε όσους σκέπτονται πολιτικά με λίγο μυαλό× αλλά και να τους προστατέψουμε από τους «ιεροεξεταστές» που τους κυνηγούν.
Γράφει ο κ. Έκο:
«Συνωμοσίες γίνονταν πάντα. Τόσο οι αποτυχημένες όσο και οι επιτυχημένες βγαίνουν αμέσως στο φως. Η παράνοια όμως έγκειται στο να φαντάζεσαι την ύπαρξη μιας διαρκούς συνωμοσίας [εννοεί αυτήν που πρεσβεύει ο αντισημιτισμός], που εκπορεύεται από ένα μυστικό διευθυντήριο το οποίο κατευθύνει τις τύχες της ανθρωπότητας. Η παράνοια αυτή αφαιρεί από την ιστορία την πολυπλοκότητα, το απροσδόκητο, την αποκάλυψη, τη δυνατότητα του τυχαίου, την οξύνοια, την ετερογένεια των στόχων. Και γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται για παράνοια».
Αντιγράφω: «η παράνοια όμως έγκειται στο να φαντάζεσαι την ύπαρξη μιας διαρκούς συνωμοσίας».
Τι διαφορετικό κάνει ο ίδιος, γράφοντας μυθιστόρημα για το θέμα; Επινοεί/ φαντάζεται μια παγκόσμια συνωμοσία. Άρα, ή θα αποδεχτούμε πως ο Ουμπέρτο Έκο παραδέχεται δημόσια πως είναι παρανοϊκός ή θα υποψιαστούμε πως γράφει κάτι προκλητικό με στόχο την προώθηση του βιβλίου του, ακολουθώντας τη μόδα του Κώδικα Ντα Βίντσι. Και κακώς μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, διότι στο Εκκρεμές του Φουκώ, την είχε ήδη προδιαγράψει.
Η πραγματικότητα είναι (έχει καταντήσει) πολύ πολύπλοκη. Και, όποιος βάζει στην εξίσωση της θεσμικής του θεώρησης του κόσμου θεσμούς μέχρι πρότινος μυστικούς όπως η Λέσχη Μπίλντερμπεργκ, το «Βοημικό Δάσος» κτλ.., όπως διατύπωσα και στο άρθρο της Litteraterra (τεύχος 2, Τα χόμπιτ και η νέα παγκόσμια τάξη), δεν απλοποιεί τη σκέψη του. Μάλλον καθιστά περισσότερο απαιτητική για το μυαλό του την προσπάθειά του να συλλάβει το γρίφο της Ιστορίας και να διακινδυνεύσει μια λύση του.
Θεωρώ δεδομένο σε όλη αυτήν τη συλλογιστική που σας παρουσίασα πως ο αντισημιτισμός είναι μια τάση μειωτική για τον ανθρωπισμό, όπως άλλωστε και ο όποιος αντι-όποιο-λαό-κι-αν-θέλετε-βάλτε-εσείς-εδώ-ισμός. Αλλά, επιτέλους αλήθεια: υπάρχει κανένα ολοκαύτωμα εν όψει, για να διαδίδουμε επειγόντως πόσο επικίνδυνος είναι; Ή μήπως μόνο η πρόθεση οι όποιοι ακρο-ο,τιδήποτε να καταδικαστούν ως παρανοϊκοί;
[Π.β.τη δήλωση του Ουμπέρτο Έκο: Δεν μ’ ενδιαφέρει τόσο να εκτιμηθεί η αφηγηματική μου ικανότητα (αν και δούλεψα σκληρά) όσο το ηθικό ερέθισμα. Ήθελα να συνεισφέρω στο ξεθώριασμα ενός μύθου που επιζεί ακόμα.]
Μήπως διακυβεύεται πράγματι ένα νέο «ολοκαύτωμα»; Το ολοκαύτωμα μιας πολύπλοκης, πολυπλόκαμης, πολυεθνικής τραπεζοκρατούμενης καφκικής Εξουσίας που δεν κρύβεται αλλά και δεν πείθει πια; Ενός τεχνοκρατικού Λεβιάθαν που φτιάξαμε μόνοι μας;
Ίσως αυτό να είναι το ηθικό ερέθισμα του κ. Έκο, και αυτό τ’ «Ολοκαύτωμα» που φοβούνται οι αντι-αντισημίτες διανοούμενοι.
Αντι-αντι-σημίτες διανοούμενοι: Όχι, δεν τους κατηγορώ πως είναι Εβραίοι, θιασώτες μιας σιωνιστικής συνωμοσίας. Ούτε «Ιλλουμινάτι», μέλη μιας μυστικής εταιρείας. Τους κατηγορώ για απολογητές της καθεστηκυίας τάξης που συνθλίβει όλο και σκληρότερα τον άνθρωπο, στερώντας του αξιοπρέπεια, ελευθερία, θέληση. Για υποστηριχτές μιας απρόσωπης και πολυάνθρωπης, σκιώδους και καταφανούς Διακυβέρνησης, που ορθολογικά καταστρέφει τη ζωή μας, και το χειρότερο: ζητά τη συναίνεσή μας γι’ αυτό, να αποδεχτούμε άκριτα την παράλογη λογική της. Οι υπόλοιποι (με εξαίρεση τους αντι-αντισημίτες διανοούμενους), τη δίνουμε ακούσια. Εκείνοι το κάνουν μετά από σκέψη. Και με το αζημίωτο.
Κύριε Έκο, κρίμα για το Εκκρεμές του Φουκώ και το μυαλό σας το άλλοτε φωτεινό.

Νίκος Βλαντής

Υ.Γ.
«Η Ιστορία, είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω» γράφει ο Τζόυς, στον Οδυσσέα. (στη σελίδα 58 της ελληνικής έκδοσης)
ΖΗΤΩ ΝΑ Μ’ ΑΦΗΣΟΥΝ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ.

Το άρθρο αφορά το βιβλίο:
Ουμπέρτο Έκο. Το κοιμητήριο της Πράγας. Εκδόσεις Ψυχογιός.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Ο Βλαντής Έχει Κέφια !

Εδώ το καλό μυθιστόρημα!

Θα ξεκινήσω ολίγον τι αποφθεγματικά, πιστεύοντας πως, σ’ αυτούς που απευθύνομαι (φανατικούς αναγνώστες που εκτιμούν την καλή λογοτεχνία) λέω κάτι – σχεδόν – αυταπόδεικτο. Οι εκδόσεις Πόλις διακρίνονται για τις καλές τους επιλογές στο πεδίο της σύγχρονης μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Είναι μια άποψη που μου έχει χρόνια καλλιεργηθεί. Από τότε που διάβασα βιβλία όπως το Ντόκτορ Κριμινάλε, Μικρός που είναι ο κόσμος, Τι ωραίο πλιάτσικο!, Ο Βλακοχορτοφάγος... Ο κατάλογος είναι μακρύς. Φτάνει ώς και το προηγούμενο καλοκαίρι, και την εξαίρετη και επίκαιρη επιλογή να παρουσιάσουν στο κοινό τη Χρονιά της Ερήμου, το φανταστικό μανιφέστο ενός νέου Αργεντινού συγγραφέα (Pedro Mairal), με όσα προμηνύει για τον πολυπαθή – ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό – τόπο μας...
Είναι λοιπόν, σχεδόν, φυσικό το γεγονός πως το Στο καλό μυθιστόρημα βγήκε από τον εκδοτικό οίκο αυτόν. Στο βιβλίο αυτό, κάποιοι ανοίγουν ένα βιβλιοπωλείο στο οποίο πωλούνται μόνο καλά βιβλία, ανεξαρτήτως πωλήσεων ή προβολής, βιβλία που επιλέγει μια μυστική επιτροπή. Το περίεργο είναι πως η συγγραφέας Laurence Cossé περιγράφει ένα πάλαι ποτέ όνειρό μου: να ανοίξω ένα βιβλιοπωλείο (ίσως και καφέ μαζί) που θα πουλάει μόνο καλά βιβλία. Λίγους τίτλους, που θα διαλέγει – στην περίπτωσή μου – μια μονομελής μη μυστική επιτροπή (εγώ). Και, όταν θα μπαίνει φουριόζος ο πελάτης ζητώντας το καινούριο μπεστ σέλερ, θα υφίσταται «κατήχηση» από τον υπομονετικό υπάλληλο, θα τον κερνάμε έναν καφέ, θα παίρνει κι έναν Μούζιλ για το σπίτι (βλ. παρακάτω) και θα φεύγει.
(Θυμάμαι τις προηγούμενες εορτές έναν διάλογο που άκουσα σε ένα πραγματικά καλό βιβλιοπωλείο. Το περιστατικό – το ορκίζομαι – είναι πραγματικό:
– Θέλω το...
Ένα σύγχρονο αισθηματικό ελληνικό μυθιστόρημα. Κουίζ: Ο εκδοτικός οίκος ξεκινάει από Ψ και το επίθετο της συγγραφέος από Μ.
Ο υπάλληλος δεν απαντάει.
– Το έχετε; Ρωτάει ανυπόμονη η κυρ(άτσα)ία.
– Κυρία μου, εγώ το έχω αυτό το βιβλίο και θα σας το δώσω. Όμως, να ξέρετε πως αγοράζετε μια βλακεία.
– Μπα και γιατί; ρωτάει με θιγμένο ύφος αυτή).
Το βιβλίο της Cossé είναι συναρπαστικό, καταλήγει θρίλερ: το βιβλιοπωλείο προσελκύει το κοινό και προκαλεί το ενδιαφέρον. Οι εφημερίδες του κάνουν πόλεμο, μέλη της μυστικής επιτροπής γίνονται στόχος επιθέσεων...
Η πραγματικότητα είναι ίσως πιο απλή από το βιβλίο της Cossé: καλά βιβλία (και σε καλές τιμές) πουλούν τα παλαιοβιβλιοπωλεία. Υπάρχουν αρκετά στην Αθήνα και ίσως είναι μια καλή ιδέα να τα επισκέπτεται κανείς συστηματικά πια, ένεκα και της κρίσης. Κι αν βαριέστε προς το παρόν, τώρα που με διαβάζετε, να σηκωθείτε για βόλτα, μπείτε στο εξαιρετικό και πολύ καλά ενημερωμένο «Παλαιοβιβλιοπωλείο», στο διαδίκτυο στη  διεύθυνση www.oldbooks.gr, στην πόλη στη διεύθυνση Ιπποκράτους 135. Το διατηρεί με μεράκι ο συγγραφέας Νίκος Χρυσός. Το βιβλίο του, με τίτλο Το μυστικό της τελευταίας σελίδας, ένα βιβλιοφιλικό θρίλερ (τι άλλο;...) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη:  (http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=139181). Τι καλύτερο λοιπόν, από το να επισκεφτείτε, να αγοράσετε και να συζητήσετε για παλιά και καλά βιβλία με έναν συγγραφέα-βιβλιόφιλο!
Η πραγματικότητα επίσης, ίσως είναι και πιο πικρή από το βιβλίο της Cossé. Το βιβλίο-προμετωπίδα που είχα ανέκαθεν στο νου μου για το βιβλιοπωλείο των ονείρων μου είναι ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ.
Πρόσφατα, μοιραζόμουν τον ενθουσιασμό μου γι’ αυτό το βιβλίο μ’ έναν φίλο βιβλιοπώλη (όχι παλαιοβιβλιοπώλη), που διατηρεί ένα πολύ καλό, μικρό και ενημερωμένο βιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, βιβλιοπωλείο που, σημειωτέον απευθύνεται – συν τοις άλλοις – στο «σοβαρό αναγνωστικό κοινό». Μου είπε πως, συμμερίζεται τον ενθουσιασμό μου για το βιβλίο, ωστόσο, το συγκεκριμένο δίτομο έργο, το έχει στοκαρισμένο στο βιβλιοπωλείο του πέντε χρόνια απούλητο...
Χαιρετώ τον Ίκαρο και τους εκλεκτούς φίλους του,
Νίκος Βλαντής.

Laurence Cossé. Στο καλό μυθιστόρημα. Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης. Εκδόσεις Πόλις: 2011.
Ρόμπερτ Μούζιλ. Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες. Μετάφραση: Τούλα Σιετή. Εκδόσεις Οδυσσέας: 2004.
Pedro Mairal. Η χρονιά της ερήμου. Μετάφραση: Βασιλική Κνήτου. Εκδόσεις Πόλις, 2010.
Νίκος Χρυσός. Το μυστικό της τελευταίας σελίδας. Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009.
Και κάτι παλιά και αγαπημένα από τις εκδόσεις Πόλις, που οι ψαγμένοι τα ξέρουν και οι άψαχτοι να τα ψάξουν…

Jazz & Literature



Τζαζ: Η Υπέροχη Υποτροπή

[στον Κυριάκο Αγγελάκο]



Έγραφε ο Κάρολος Μπωντλαίρ πόσο είναι γοητευτικό να μεθάμε από κρασί, από έρωτα, από ποίηση. Έγραφε ο Όσκαρ Ουάιλντ ότι αντιμετωπίζουμε άριστα έναν πειρασμό με το να ενδίδουμε σ’ αυτόν με όλη μας την καρδιά και την ηδύτητά μας όλη. Και ο Μικ Τζάγκερ τραγουδούσε, «Με τη μεριά μου είναι ο χρόνος». Ο Γιάννης Τζώρτζης δεν έπαυε να διατείνεται: «Εκεί που σταματάς μια νύχτα, εκεί περνάς ολόκληρη ζωή», ενώ η Αλίς Ζορζ δίδασκε στο «πολύβουο Παρίσι» του Κώστα Ουράνη ότι  η υπέροχη υπεροχή του έρωτος είναι η υπέρτατη υποτροπή. Ένα μυθιστόρημα, σχεδόν νουβέλα, εκατόν τριάντα σελίδες όλο κι όλο, έρχεται να μας θυμίσει τη ρήση: «Η τζαζ είναι η κλασική μουσική του εικοστού αιώνα». Έρχεται να μας πει ξανά ότι δίχως την Ποίηση της Μελωδίας και δίχως τη Μελωδία της Ποίησης είναι ανώφελα τα εικοσιτετράωρα. Έρχεται και πάλι να μας δείξει ότι είναι όμαιμες αδελφές η Λογοτεχνία και η Μουσική.

Ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ ποτίζει τις σελίδες των νουάρ μυθιστορημάτων του με πολλή τζαζ, ιδίως της λεγόμενης Δυτικής Ακτής. Ο Αλεξάντερ Τρόκκι έγραφε στο κορυφαίο μυθιστόρημά του, το «Βιβλίο του Κάιν», ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αν μη τι άλλο μας πρόσφεραν κολοσσούς όπως ο Χένρυ Μίλλερ και δώρισαν στην ανθρωπότητα το φλίπερ και την τζαζ. Ο Γκυ Ντεμπόρ, αυστηρός πάντα στα μουσικά του γούστα, άκουγε μανιωδώς Βιβάλντι, Φρανσουά Κουπρέν, και τζαζ. Ο Έρικ Χόμπσμπαουμ έγραψε ένα έξοχο βιβλίο για την τζαζ. Ο Τζορτζ Στάινερ αγάπησε και αγαπάει τη μεγάλη κλασική μουσική και την τζαζ. Και είναι πια κοινός τόπος ότι το χειρότερο κείμενο του Τέοντορ Αντόρνο δεν είναι παρά ο λίβελος που θέλησε να εκτοξεύσει κατά της τζαζ. Καίτοι θρεμμένοι με τη φιλοσοφία του «Τέντυ», οι Γάλλοι auteurs, οι σκηνοθέτες που μας τράταραν έργα όπως τα «Ζιλ και Τζιμ», «Με κομμένη την ανάσα», «Η γυναίκα της διπλανής πόρτας», και «Η περιφρόνηση», άλλο δεν έκαναν από το να παίζουν σκάκι σαν τρελοί και να ξετρελαίνονται με τους ρυθμούς και τους αυτοσχεδιασμούς της τζαζ, του Μάιλς Ντέβις, του Τσάρλι Πάρκερ, του Τζον Κολτρέιν. Οφείλουμε ανυπολόγιστη ευγνωμοσύνη σε ανθρώπους όπως ο μακαρίτης Κώστας Γιαννουλόπουλος που, πλάι στον Σάκη Παπαδημητρίου και τον Γιώργο Χαρωνίτη, λάτρεψε την τζαζ και μας έκανε να τη λατρέψουμε από την τόσο πρώιμη και ώριμη συνάμα εφηβεία μας.
          Σε τούτη την μεγάλη παρέα, την εκκλησία αυτών που ζουν για την τζαζ, ανήκει και ο Κριστιάν Γκαγί. Γεννημένος στο Παρίσι το 1943, ο Γκαγί καταπιάστηκε από πολύ νέος με την τζαζ, την οποία όμως εγκατέλειψε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Μετά ασχολήθηκε με την ψυχανάλυση, αλλά εντέλει τον κέρδισε η συγγραφή. Το δέκατο βιβλίο του φέρει τον ωραίο λιτό τίτλο «Μια βραδιά στο κλαμπ» (μτφρ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο) και είναι η ιστορία μιας υποτροπής. Ωστόσο, τούτη τη φορά η υποτροπή είναι λυτρωτική. Παρότι, όπως πάντα, υπάρχει ένα σκληρό τίμημα, ένα είδος θυσίας, το ξανακύλισμα στο πάθος, η επιστροφή στη λατρεία, και η λιτανεία γι’ αυτήν την επιστροφή, οδηγούν στη σωτηρία, σε μιαν ευκταία ωριμότητα, στην οδυνηρή, αλλά αναπόδραστη και γόνιμη, ύστατη αυτογνωσία.
          Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Σιμόν Ναρντί, έχει εγκαταλείψει την τζαζ όπου διέπρεπε ως δεξιοτέχνης και ρηξικέλευθος πιανίστας. Και την έχει εγκαταλείψει θεωρώντας, ότι η μουσική αυτή είναι «ένα θανάσιμο μείγμα, θανάσιμο για τον Σιμόν και κάποιους άλλους σαν αυτόν: νύχτα, τζαζ, αλκοόλ, ναρκωτικά, γυναίκες, τζαζ, νύχτα». Ζει «αποτοξινωμένος», «αποτζαζοποιημένος», «απομουσικοποιημένος», με την περιθαλπτική σύζυγό του, με τον γιο του, με τη γάτα του. Αλλά πόσο μπορεί ένας άντρας να αντέξει μακριά απ’ ό,τι λατρεύει, μακριά από ό,τι τον θέλγει, μακριά από ό,τι αποτελεί την απόλυτη τελείωσή του, το απόλυτο πάθος του, την απόλυτη ουσία του; Ο Σιμόν, φυσικά, υποτροπιάζει. Ένα τυχαίο περιστατικό τον οδηγεί σε ένα τζαζ κλαμπ. Και ο Σιμόν ακούει πάλι Θελόνιους Μονκ, Σόνυ Ρόλλινς, Τσετ Μπέικερ, Ορνέτ Κόλμαν, Τζόνι Γκρίφιν, Τσάρλι Πάρκερ, Τζέρι Μάλιγκαν. Όσο κι αν αποπειράται να αντισταθεί, όσο κι αν πασχίζει να πείσει τον εαυτό του να μην ενδώσει, όσο κι αν λέει και ξαναλέει μέσα του ότι η τζαζ είναι ολέθρια, ο Σιμόν, ακούγοντας θαρρείς τον Μπαγιαντέρα να ψάλλει «σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει», οδεύει προς το πιάνο του κλαμπ, κάθεται και αρχίζει να γεμίζει τον αέρα με τις «θαυμασιότητες» που λέγονται «My Funny Valentine», «What Are You Doing the Rest of Your Life», και, βεβαίως-βεβαίως, απαρεγκλίτως και ανυπερθέτως, «Autumn Leaves». Και τα νεκρά φύλλα δεν είναι πια μαραμένα, και η ζωή είναι ξανά κήπος και άνθη και ευωδιές και γεύσεις και ηδύτητες. «No se puede vivir sin amar», έλεγε ο Πρόξενος, με το μυαλό του προσηλωμένο πάντα στην Υβόν. Και μαζί με την αναβάπτιση στην τζαζ έρχεται και η αναβάπτιση στον όντως έρωτα και στην όντως αγάπη. Ο Σιμόν θα χωθεί στην αγκαλιά του έρωτα, θα χαθεί από όλα όσα τον απομάκρυναν από την αληθινή ζωή του, θα βρει όλα όσα είχε χάσει, όλα όσα ήσαν η ψυχή του.
          Υπάρχει το τίμημα, το σκληρό αντίτιμο. Πάντα υπάρχει. Αλλά το άνοιγμα στο αίνιγμα της ζωής είναι πάντα το άγγιγμα της χάριτος. Ζεις ματώνοντας και ματώνεις ζώντας, σύμφωνοι. Αλλά ζεις. Ζεις. Ζεις. Ζεις. Και μαζί σου, πλάι σου ή μακριά σου, εδώ ή σε μιαν άλλη χώρα, κάτω από έναν άλλο ουρανό, ζει και ό,τι στ’ αλήθεια αγαπάς.
                   
ΕΠΙγραφές

«Να μας, λοιπόν, καθισμένοι εκεί από τα μεσάνυχτα μέχρι το πρωί, πίνοντας γουλιά-γουλιά το ποτήρι μπίρας, το μόνο που άντεχε η τσέπη μας, καθώς η εικόνα της ορχήστρας χαρασσόταν διάπυρη στο μυαλό μας για πάντα. Ύστερα από εξήντα σχεδόν χρόνια ίσως να μην μπορώ ν’ αραδιάσω τα ονόματα όλων των μουσικών του Έλινγκτον του 1933, συμπεριλαμβανομένης και της Άιβι Άντερσον της οποίας το ‘Stormy Weather’ ήταν η επιτυχία της χρονιάς, αλλά μέχρι σήμερα έχω μπροστά μου τον Χότζερς, ανέκφραστο, σαν ερυθρόδερμο καθώς λέγαμε εκείνες τις πολιτικά απληροφόρητες ημέρες, να βγαίνει μπροστά και να τυλίγει την καρδιά μας με τους ήχους του. Κάναμε τέσσερα μίλια ποδαρόδρομο την αυγή επιστρέφοντας στο σπίτι – είχαμε μείνει από λεφτά. Είχα μπλέξει για τα καλά» (Έρικ Χόμπσμπαουμ, «Η Σκηνή της Τζαζ», μτφρ. Τάκης Τσήρος, εκδ. Εξάντας).

«Μια ηχογραφημένη φράση κάποιου μεγάλου αυτοσχεδιαστή μπορεί την ίδια στιγμή να συγκινήσει ακροατές σε πολλά μέρη του κόσμου. Η τζαζ έγινε σιγά-σιγά μια διεθνής μουσική, και οι ήχοι της μπορούν να γεφυρώσουν ακόμα και τις διαφορές των τάξεων, της θρησκείας, ή της γλώσσας. Το απρόοπτο του χαρακτήρα της θα την αποκλείει κατά πάσα πιθανότητα πάντοτε από τη μεγάλη δημοτικότητα αλλά, όσο οι ακροατές θα ανταποκρίνονται στους ήχους της, οποιασδήποτε εποχής, η μουσική αυτή θα επιζεί» (Τζον Τσίλτον, «Ιστορία της Τζαζ», μτφρ. Άρις Γεωργίου, επιμέλεια Σάκης Παπαδημητρίου, εκδ. Υποδομή).

«Πραγματικά, η τζαζ έφτασε να αντιπροσωπεύει ένα είδος διεθνούς συναδέλφωσης. Ο συγγραφέας και κριτικός του Μπουένος Άιρες Νέστωρ Ρ. Ορτίζ Οδεγίρο γράφει: ‘Γνωρίζω εδώ πολλούς οι οποίοι μελέτησαν την αγγλική γλώσσα και την αμερικανική ιστορία εξαιτίας του ενδιαφέροντός τους για την τζαζ. Γιατί η τζαζ είναι μια υπέροχη μουσική και μια μεγάλη δύναμη που φέρνει τους ανθρώπους κοντά τον έναν στον άλλο’. Ο πρόεδρος του Χοτ Κλαμπ της Φρανκφούρτης Όλαφ Χουντβάλκερ παρατηρεί: ‘Ένα τζαμ σέσιον είναι και μία δημοκρατία σε μικρογραφία. Το κάθε όργανο υπάρχει για το ίδιο αλλά και για τα άλλα. Το στοιχείο που τα συνδέει είναι ότι σέβεται και υπολογίζει τους άλλους μουσικούς» (Μάρσαλ Στερνς, «Τζαζ», μτφρ. Κυρ. Ντελόπουλος, Πρόλογος/ Δισκογραφία/ Βιβλιογραφία Κώστας Γιαννουλόπουλος). 



Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Ο Θάνος Σταθόπουλος γράφει για τη Μαρία Μήτσορα



Οι αιφνίδιες όψεις της πραγματικότητας

Μαρία Μήτσορα  Άννα, να ένα άλλο, εκδ. Πατάκης, 2007




Η Μαρία  Μήτσορα θα μπορούσε ασφαλώς να καταχωρισθεί μαζί με τον πεθαμένο φίλο της (και φίλο μας) Χρήστο Βακαλόπουλο στους δύο κατεξοχήν συγγραφείς μίας «νέας αθηναϊκής μυθολογίας», κατά τη δεκαετία του ’80. Η παρατήρηση δεν αφορά τόσο στην έντονη λογοτεχνική αποτύπωση του αστικού χώρου και στον κοινό κώδικα μίας ομάδας ανθρώπων (εκείθεν της μέσης κατάστασης ζωής, στην περίπτωση της Μήτσορα), αλλά κυρίως στη δυναμική έκφραση ενός αισθήματος, θα  έλεγα αθηναϊκού. Η αναθεωρημένη επανέκδοση της συλλογής διηγημάτων Άννα, να ένα άλλο (του πρώτου της βιβλίου, το οποίο εκδίδεται το 1978, μεσούσης της μεταπολίτευσης, από τις εκδόσεις «Άκμων»), ανασύρει, μετά από είκοσι εννέα αλλοπρόσαλλα χρόνια, τους ιδιάζοντες τόπους αυτού του αισθήματος, στις αποχρώσεις των οποίων η Μήτσορα συνέχισε να κλυδωνίζεται και στα επόμενα βιβλία της. Διότι εάν θέλαμε να προσδιορίσουμε τον πυρήνα του αισθήματος που, ίσως κάπως καταχρηστικά, ονομάζω αθηναϊκό, μοιραία θα καταλήγαμε στην πολλαπλότητα των αποχρώσεων.
   Ωστόσο, η εκφραστική της Μήτσορα αναδύεται από το βάθος σκοτεινών χρωμάτων, υποβάλλοντας εικόνες και διαθέσεις οι οποίες διαστέλλουν το αφηγηματικό πλαίσιο και την, ούτως ή άλλως, χαλαρή δομή των διηγημάτων και στρέφοντας τον μαγευτικό φακό της σε αιφνίδιες όψεις της πραγματικότητας. (Η πραγματικότητα εδώ θα πρέπει να εννοηθεί  γλωσσικά. Η ψυχοδηλωτική ανάδειξη εσωτερικών τόπων σε συσχετισμό με την εξωστρέφεια του αθηναϊκού τοπίου και την βίαιη σύλληψη της μεταφοράς, συστήνουν τη γλωσσική πραγματικότητα της Μήτσορα.)
   Με γεγονότα και καταστάσεις που ανάγονται ασαφώς στα χρόνια της δικτατορίας, τα διηγήματα του τόμου φέρουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής σε μία χρονική όμως διασάλευση (τίποτα δεν είναι ακριβώς, το τώρα είναι και άλλοτε ή κάπου αλλού), κατά την οποία τα πάντα συντίθενται σε ένα απολύτως προσωπικό σχήμα. Απόηχοι της δεκαετίας του ’60, σημειώσεις στο περιθώριο μιας συνάντησης, προτάσεις που θα μπορούσαν να είναι στίχοι μπλουζ τραγουδιών ή αποσπάσματα από καθημερινό ημερολόγιο και γράμμα σ’ έναν φίλο, η ποίηση της απώλειας, το μέταλλο της ροκ, η μουσική των αποχρώσεων και των υπόγειων τόνων, η εγγενής μελαγχολία και η διάθλαση των γεγονότων.
   Τουλάχιστον για δύο δεκαετίες, ο μύθος που περιέβαλλε τη Μήτσορα ήταν αυτός της σκοτεινής περσόνας του λογοτεχνικού αντεργκράουντ, σχεδόν μιας σκιάς που γλιστρούσε ανάμεσά μας, ο οποίος οφείλει εν μέρει την κατασκευή του στο Άννα, να ένα άλλο και στη Σκόρπια δύναμη, που θα ακολουθήσει λίγο αργότερα. Όπως συμβαίνει συνήθως, το αποτέλεσμα ήταν η Μήτσορα να διαβάζεται μέχρι πρότινος όχι τόσο με βάση τον λογοτεχνικό άξονα, όσο υπό την επήρεια του σκοτεινού μύθου. Η κριτική (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), σφύριζε άδιάφορα - όπως έκανε και, μάλλον συνεχίζει να κάνει, και με την περίπτωση του Πάνου Κουτρουμπούση.
   Μία από τις εξαιρέσεις  υπήρξε και η επισήμανση του Νίκου Καρούζου, όταν τρώγοντας ένα ζεστό βράδυ του Ιουνίου του 1989, στο γνησίως αθηναϊκό εστιατόριο της εποχής «Τα κανάρια», της «παραλίας» Αμπελοκήπων (ήτοι, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας), μου είπε, κάποια στιγμή: «Ξέρεις τη Μήτσορα;» «Όχι, ακριβώς», απάντησα, «έχουμε συναντηθεί μια δυο φορές, με παρέα, τίποτα περισσότερο». «Διάβασα ένα διήγημά της. Είναι σπουδαία συγγραφέας, και η πρόζα της δεν έχει όρια, είναι λαμπρά ποιητική! Αν την δεις, σε παρακαλώ να της το πεις, εκ μέρους μου. Σπου-δαί-α!» Δεν την είδα - μάλλον δεν πρέπει να με θυμάται κιόλας. Της το λέω τώρα.

«Η Καθημερινή», 10 Ιουνίου 2007     










    
 

Ο Μπαμπασάκης γράφει για τον Καρούζο



Η ζωή δεν έχει πώμα


Οι συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου

Εκδόσεις: Ίκαρος


Ο ποιητής Νίκος Καρούζος ήταν απολύτως ικανός να συνδυάζει το πάθος με τη λογική, τον διάπυρο λυρισμό με την ελεγκτική διαύγεια, με τα λόγια του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ διέθετε «το πάθος του επιστήμονα και την ακρίβεια του καλλιτέχνη». Ιδίως τα ποιήματα της ύστερης περιόδου του δείχνουν πόσο μεθοδικά προχώρησε στον εσκεμμένο κατακερματισμό της γλώσσας ώστε να φανερωθεί εκρηκτικά η ψίχα και η ψυχή της γλώσσας, η ουσία των λέξεων στην απογύμνωσή τους, εντέλει να προχωρήσουμε στην αναζήτηση ενός βαθύτερου νοήματος πέρα από τις συμβάσεις που επιβάλλει η κοινή, λεγόμενη, λογική.
          Στον παρόντα τόμο, όπου η Ελισάβετ Λαλουδάκη, φιλότιμα και φιλόπονα, συγκεντρώνει πολλές (καίτοι όχι όλες) συνεντεύξεις που σε ένα διάστημα τριών δεκαετιών έστερξε να παραχωρήσει ο ποιητής σε πολλά και ποικίλα έντυπα, μας παρουσιάζεται και πάλι το μεγαλείο του Καρούζου, το μεγαλείο της γλώσσας του, το μεγαλείο της περιπέτειας μιας ολόκληρης ζωής προσηλωμένης στην ελευθερία και στην ποίηση – στην ελευθερία της ποίησης, και στην ποίηση της ελευθερίας.
          Φανερώνεται, εδώ, η όλη πορεία του ποιητή, η διαδρομή του στη λογοτεχνία και στη ζωή, τις οποίες, προς τιμήν του, θεωρούσε πάντα αναπόσπαστες. Από τις απαντήσεις που δίνει ήδη το 1961, ο Καρούζος επιμένει στον άνθρωπο ως κέντρο και εστία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. «Ο άνθρωπος πρέπει να είναι η αρχή και το τέλος της τέχνης, γιατί ο άνθρωπος είναι η αρχή και το τέλος της ομορφιάς και η ομορφιά είναι η αρχή και το τέλος της τέχνης». Λόγια μεστά νοήματος, λόγια που σήμερα οφείλουμε να τα σκεφτούμε εκ νέου, όσο απλά κι αν μας φαίνονται. Σήμερα, επείγει ο επαναπροσδιορισμός της καλλιτεχνικής, της ποιητικής δραστηριότητας, επείγει να επανατοποθετήσουμε τον άνθρωπο στο κέντρο της τέχνης, από όπου φαίνεται ότι έχει εξοριστεί εδώ και μερικές μάλλον θλιβερές δεκαετίες.
          Ο Καρούζος δεν έχανε την παραμικρή ευκαιρία να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του απέναντι στα δεινά που ταλανίζουν την κοινωνία μας, τόσο σε ελλαδικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Όντας βαθιά πολιτικός άνθρωπος, οπλισμένος με μια κυριολεκτικώς αχανή παιδεία (υπήρξε θηριώδης αναγνώστης όσο και θηριώδης καπνιστής), κατάφερνε με διαλεκτική δεινότητα να συνδέσει τη μοναξιά, μια πληγή που ακόμη χαίνει, με την καταναλωτική κοινωνία. Ας ακούσουμε τι λέγει, στις 22 Οκτωβρίου του 1969, στην εφημερίδα Νέα Πολιτεία, κι ας αναρωτηθούμε σε ποιο βαθμό τα όσα είπε τότε ισχύουν ακόμη: «Η μοναξιά, φίλε, είναι τρομερή στις μέρες μας. Το κακό το έκανε η περίφημη ‘καταναλωτική κοινωνία’, στην οποία ζούμε. Πολλαπλασιάζουμε ολοένα τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, με αποτέλεσμα να μην έχουμε ούτε λεπτό της ώρας για ανθρώπινη επαφή, για γνησιότητα επικοινωνίας. Η μοναξιά μας γίνεται έτσι το σκληρό τίμημα της παγερής ομαδικότητας, που καθορίζεται από δύο θεότητες: την ταχύτητα και τη διαφήμιση».
          Σε μιαν άλλη συνέντευξη (στην εφημερίδα Τα Σημερινά, 30 Μαϊου 1970), ο Καρούζος μιλάει για τα «νευρόσπαστα της ‘ευημερίας’», ενώ περίπου μία δεκαετία αργότερα, συνομιλώντας με την ποιήτρια και πεζογράφο Νατάσα Χατζιδάκι και τον εκδότη του καλού περιοδικού Σήμα, τον Νίκο Παπαδάκι, ο Καρούζος, αντιδιαστέλλοντας εαυτόν από τους λεγόμενους «πολιτικούς» ή «στρατευμένους» ποιητές, που δέσποζαν και φλυαρούσαν ασύστολα εκείνη την εποχή, θα ξεσπάσει: «Τελικά, για να το πω με μια ποιητική κουβέντα, εγώ είμαι με τους σκοτωμένους, ενώ οι πολιτικοί ποιητές είναι με επιζήσαντα ποικίλα συμφέροντα των ηττημένων υπάρξεών τους. Εγώ είμαι με τους σκοτωμένους. Απ’ αυτό και η βαθύτατη μοναξιά μου. Δεν αισθάνομαι αυτή τη φοβερή και αβανταδόρικη κοινωνία, πέρα απ’ το ότι είναι άγρια κι εκμεταλλευτική. Εγώ συνεχώς πληρώνω».
          Ο Καρούζος δεν διστάζει να εκφέρει τολμηρές γνώμες για ποιητές του διαμετρήματος του Dante. Αντιπαραθέτοντας στον ποιητή της Θείας Κωμωδίας τον Μεγάλο Βάρδο, χαροποιεί τους πιστούς λάτρεις του δεύτερου, λέγοντας: «Ο Shakespeare είναι ωμό κρέας, η ζωή σε ένα πλήθος διαλεχτικές, ανυπόταχτος. Ο Dante τα ‘’χει όλα περάσει απ’ το θεολογικό σουρωτήρι και πλαισιώνει. Τελικώς είναι ήσυχος. Αλλά σ’ αυτόν τον κόσμο δεν ήρθαμε για να μαγειρέψουμε» (από την περιλάλητη, και μεγάλης σημασίας, «Πολλαπλή Συνέντευξη», πρώτο μέρος, με τον Ανδρέα Μπελεζίνη, περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 48, Δεκέμβριος 1981).
Εδώ, όπως και σε πληθώρα άλλων σελίδων, διαλάμπει η τόλμη και η ακρίβεια του Καρούζου, καθώς και το σοφό, μελετημένο, και πάντα γονιμοποιό χιούμορ του. Ένα χιούμορ πάντα διαυγές, κρυστάλλινο, αποφθεγματικό. Ένα χιούμορ που χαρακτηριζόταν από απροσδόκητους συνδυασμούς λέξεων της καθαρεύουσας, της τρέχουσας καθομιλουμένης και πολλών ιδιολέκτων. Ακόμη και μιλώντας για τα μείζονα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, για το θάνατο, φέρ’ ειπείν, μπορεί χωρίς ενδοιασμούς να επιτρέψει στο χιούμορ του να ξεχειλίσει. Στην ίδια, την λεγόμενη «Πολλαπλή», συνέντευξη, στο δεύτερο μέρος της (δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτεία, τεύχος 3, 1982), διαβάζουμε: «Να μην παραμελήσουμε σε ό,τι στοχαζόμαστε την αέναη διαλεκτική θεϊκού και σατανικού σχεδίου. Δεμένοι είμαστε και λύνουμε τους κόμπους. Αλλά κι ακόμη: δεν ανήκω σε καμιά κατάφαση. Ας αντιμετωπίζουμε το Ναι ως Όχι του Όχι κι όχι ως Ναι, κάπως έτσι λέει ο δικός μου μηχανισμός. Η μπεκρουλιασμένη κατάφαση, μην το ξεχνάτε, τη διάνοια του Nietzsche την καταρράκωσε, μην το ξεχνάτε, σ’ αυτόνε τον κόσμο τον κυανοδρόμωνα. Πρέπει να οδεύουμε προς το θάνατο κρατώντας την παρτιτούρα, όχι από μνήμης, με καταλαβαίνετε, βέβαια». Ας σημειώσουμε ότι πάντα στοχαζόταν ο Καρούζος διαλεκτικά, πάντα αναιρούσε την τυπική λογική και αναζητούσε νοήματα πέρα από αυτήν. «Μέσα υπάρχει το Όχι~ έξω κοχλάζει το Ναι», είχε γράψει.
          Ο τόμος με τις συνεντεύξεις του ποιητή είναι πολύτιμος και λόγω των βιογραφικών πληροφοριών που περιέχονται σκόρπιες στις διάφορες συνομιλίες. Μαθαίνουμε ότι εξορίστηκε στη Ικαρία το 1947, ότι πούλησε τη βιβλιοθήκη του (με πολλά και σπάνια βιβλία) για οικονομικούς λόγους, ότι ξεκίνησε να γράφει ένα μυθιστόρημα με τίτλο Η Γερμανική Σκιά. Κι ακόμη, μαθαίνουμε τις προτιμήσεις του Καρούζου στην ποίηση, τη μουσική, την πεζογραφία.
          Κι ακόμη πιο πολύτιμο είναι το ότι μας προσφέρεται ένας θησαυρός αποφθεγμάτων του Καρούζου, μια πλούσια παλέτα γεμάτη αποφάνσεις, γνώμες και στοχασμούς σχετικά με τη ζωή, το θάνατο, το χρόνο, την ποίηση, το βίωμα, την αγωνία. «Επάγγελμα είναι η ψυχή μου», είχε πει στον Βασίλη Καββαθά. «Εγώ είμαι περισσότερο ρεαλιστής από όλες τις Κεντρικές Επιτροπές», θα διακηρύξει βραχνά και πικραμένα, αλλά πάντα αγέρωχα, στη Μικέλα Χαρτουλάρη. «Μα η ποίηση είναι η εξακολούθηση της παιδικότητας έως θανάτου», θα αποφανθεί στον Άρη Σκιαδόπουλο.
          Τέλος, μέσω του Ανδρέα Μπελεζίνη, θα παροτρύνει πολλούς: «Σας θέλω λιγάκι τρελούς, να ξεφεύγετε από κείνα τα εμφιαλωμένα νοήματα της φιλοσοφικής διαλεχτικής, να ξεφεύγετε. Η ζωή δεν έχει πώμα».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

         
         
         
         
         

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

ΔΔΔ [= Διπλό Δώρο Δουατζή]


Από την Πατρίδα των Καιρών
στους Καιρούς της Πατρίδας





«Τότε ήρθε εκείνη η μεγάλη ώρα/ που οι αιώνες περνούνε βιαστικοί/ αδιάφοροι για είδη, πρόσωπα/συναλλαγές/ και σημαδεύουνε την ιστορία/ της πατρίδας των καιρών/ και είπα/ τώρα η ανάγκη να υπηρετήσω/ τα πάλλευκα χαρτιά/ που μου εμπιστεύτηκαν οι πρόγονοι»

Ακάματος και πολύπτυχος, ο Γιώργος Δουατζής έρχεται να μας προσφέρει ένα διπλό δώρο, ένα potlatch δύο όψεων. Μια ποιητική σύνθεση, την Πατρίδα των Καιρών, ένα λιτό παράπονο, ένα ρυθμικό κοφτό μπλουζ για την άγρια μελαγχολία στους καιρούς μας και στον τόπο μας. Και ένα λεύκωμα εικόνων και λέξεων, τα Φωτοποιήματα. Αμφότερα από τις εκλεκτές εκδόσεις Καπόν.

«Απεκδύθηκε ανθρωπισμού η ανθρωπότητα/ την έπνιξε θάλασσα γκρίζα/ μονοδιάστατων κερδοποιών διπόδων/ βυσσινί στον ορίζοντα/ κι αυτοί μιλούν για επενδύσεις»

Από τη μια ο γύρω ζόφος, ένας κοινωνικός ζόφος κι όχι κάποια φυσική καταστροφή αναπάντεχη, και από την άλλη ο ποιητής και η αγριεμένη μοναξιά του, μια μοναξιά που δεν βολεύεται και θέλει να γίνει απεύθυνση, επαφή, άγγιγμα, άνοιγμα.

«Όλο και πιο απών/ γνέφω στο μηδέν, αντικρίζω το άπειρο [...] γνέφω στο άπειρο, αντικρίζω το μηδέν/ κελεύσματα σε ίχνη παρουσίας»

Σαράντα τρία σπαράγματα, σαράντα τρεις ακίδες, σαράντα τρία ουρλιαχτά με σιγαστήρα, σαράντα τρεις σκλήθρες, σαράντα τρία θραύσματα, σαράντα τρεις ασκήσεις αξιοπρέπειας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, Μάρτιος 2011

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Διαβάζω/Ζενερίκ/Μάρτιος

[Η μόνιμη στήλη μου στο περιοδικό "Διαβάζω". Μήνας Μάρτιος]

Το στηθοσκόπιο του Λένον


Στα άνω ύδατα κάνει βουτιά ένα νέο παιδί προς άγραν ιχθύος
ΝΓΠ


Ποτέ δεν θα ξεχάσω τον συγκλονισμό (ναι, περί αυτού επρόκειτο, περί συγκλονισμού),  που νιώσαμε όταν, σε μετεφηβικήν ηλικία, πιτσιρικάδες δηλαδή, μειράκια σα να λέμε, ο φίλος μου ο Γιάννης Τζώρτζης κι εγώ, πήραμε να διαβάσουμε Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Έχει σημασία το ότι ήμασταν λίαν ανήσυχοι, έως και εξεγερμένοι, για όσους μας θυμούνται, νέοι τότε, και το δίχως άλλο δεν ήταν αναμενόμενο ανάγνωσμα ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, αίφνης. Ο Τζώρτζης, μάλιστα, υπερενθουσιασμένος, δημοσίευσε και ένα κείμενο στο Ντέφι, το περιοδικό του αείμνηστου Τάσου Φαληρέα, και εγκωμίαζε το άξιο τόσων και τόσων εγκωμίων αφήγημα του ΝΓΠ, και τον ίδιο τον δημιουργό τον αποκαλούσε «πελώρια πανίσχυρη λοκομοτίβα», ή κάτι τέτοιο.
            Θυμήθηκα τον συγκλονισμό, και την εποχή εκείνη τη γεμάτη αναζητήσεις, καθώς διάβαζα αυτές τις μέρες το βιβλίο του Σάββα Μιχαήλ Γκόλεμ ή περί υποκειμένου και άλλων φαντασμάτων (εκδ. Άγρα). Ανάμεσα στα πάντα πλούσια σε ιδέες ρυθμικότατα (μου φέρνουν στο νου την τρομερή φράση του τρομερού Μισέλ Ουελμπέκ για τον τρομερό Πασκάλ: το αδιάπτωτο ροκ εντ ρολ των Σκέψεων) δοκίμια του Μιχαήλ, υπάρχουν και δύο για το έργο του Δάσκαλου Δημιουργού: «Esponja Gloriosa ή Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης 20.000 υπό την θάλασσα» (σσ. 247-268) και «Μια βουτιά στα άνω ύδατα ή Τα βάσανα ανθρώπου από άνθρωπο» (σσ. 269-283). Ακόμα κι αν δεν έχεις διαβάσει ΝΓΠ, τα δύο αυτά κείμενα σε ωθούν να το κάνεις πάραυτα, να πέσεις με τα μούτρα στο Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης και στην Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής (τι τίτλος!), να χωθείς στις σελίδες και να χαθείς στον στρόβιλο των συνειρμών του Δάσκαλου Δημιουργού, να επιχειρήσεις το άνοιγμα στο αίνιγμα, όπως τόσες και τόσες φορές έχουμε πει – σκακιέρα και λαβύρινθος μαζί το έργο του Πεντζίκη. Και ο Σάββας Μιχαήλ πιάνει το νήμα, όχι, αδράχνει τα νήματα, πολλά νήματα, του πολύπτυχου ποιήματος που είναι η στάση του ΝΓΠ απέναντι στη ζωή και στη λογοτεχνία. Και μας ταξιδεύει, μαζί του.
            Κι αυτά, ενώ το βλέμμα μου δεν καταφέρνει να ξεκόψει από μια φωτογραφία που διαβολεμένα με ωθεί να συσχετίσω πάλι Πύντσον και Πεντζίκη, να παίξω πάλι το παιχνίδι των προβολών, μια περιπέτεια που, ξανά και ξανά, μας πηγαίνει από τον έναν ποιητή στον άλλον, από τον ένα πεζογράφο στον άλλο – είμαι «παιζω-γράφος» έλεγεν ο Πεντζίκης – από το ένα ρεύμα στο άλλο. Η διαλεκτική των διαθέσεων. Και η φωτογραφία για την οποία μιλώ: ο Τζον Λένον με στολή λοχία, με μπερέ, με μαύρα γυαλιά, μπροστά από ενός Φολκσβάγκεν τη μουσούδα, γονατίζει λίαν σκεφτικός, και με ένα στηθοσκόπιο ακούει τη χλόη να βλασταίνει ανάμεσα στους λιθόστρωτους κήπους του Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ. Πίσω από τούτη τη θαυμαστή φωτογραφία, απλώνεται ένας θησαυρός, η χλόη που αφουγκράζεται ο Λένον, «Εδώ που οι δρόμοι είναι παλιοί/ Αλλά η πόλη μάς καλεί/ Για να εφευρεθεί ξανά/ Μέσα από στάχτη και φωτιά/ Τούτο το αλωνάκι», ή «Σε ράγες πάνω η πόλη μας κοιμάται ηλεκτρικές», καθώς επίσης «Να παίξουμε γραφή και φαντασία/ Στην ένδον, την κρυφή, γεωγραφία», αλλά και είναι «Ο ποιιητής στη Νέα Υόρκη» ενώ «Ο Λένιν ζει/ στη Βόρεια Αμερική/ Σ’ ένα πολυκατάστημα δουλεύει», οπότε «Βερολίνο, Βαρκελώνη/ Τα πεδία των μαχών».
            Πόλεις, που σημαίνει και πάλι: σκακιέρα και λαβύρινθος, όπως στου Πεντζίκη τα γραπτά. Αλλά εδώ είναι άλλη η ματιά, είναι το ποίημα που πασχίζει, και καλά κάνει, να ρυθμίσει διά του ρυθμού, είναι μια απονενοημένη, ηρωική και στακάτη απόπειρα χαρτογράφησης όχι μονάχα του έξω αλλά και του έσω χάους. Είναι του Γιάννη Δούκα τα Μέσα Σύνορα (εκδ. Πόλις), μια δυναμική διαθήκη για τη γενιά που κλείνει τα τριάντα, αφήνει το κουκούλι και μπαίνει στον κυκεώνα. Βασίλης Τσιτσάνης και Κερτ Κομπέιν, και σίγουρα για πρώτη φορά να μας προσφέρεται σε ποιητική μυχιοθήκη το πασίγνωστο (στην παλιοπαρέα, που σημαίνει: Ευγένιος Αρανίτσης, Θάνος Σταθόπουλος, Μπαμπασάκης) περιστατικό του Λαϊκού Βάρδου με τον Μουσηγέτη Εκσκαφέα της Ελληνικής Γλώσσας: «Βγαίνουν, τραγουδάνε/ Σωτηρία Μπέλλου και Μαρίκα Νίνου/ Τάφοι αδειανοί/ Κι έγραφε ο Καρούζος/ Πείτε του Τσιτσάνη/ Πρέπει να πεθάνει/ Στην Καισαριανή».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 13 Φεβρουαρίου 2011